Ο ΣΤΑΜΑΤΗΣ Ο ΜΟΥΣΗΣ Διήγημα του Κώστα Γεωργόπουλου- Πακιόλου

O ΣΤΑΜΑΤΗΣ   Ο   ΜΟΥΣΗΣ (Το τελικό κείμενο διορθωμένο 11-12-09)

 

Ο Σταμάτης  ο Μουσής  μόλις κι αριβάριζε στα Μουσάτα , γυρίζοντας από το μύλο του Γερασιμάκη του Κουνάδη.

Ήτανε  βρεγμένος ως το κόκαλο κι ετρεμοχουχούλιζε.

Παρ όλα αυτά όμως ήτανε ευχαριστημένος ,που το άλεσμα  την είχε σκαπουλάρει, καθώς είχε προλάβει να το τυλίξει με το ταμπάρο του και δεν είχε βραχεί.

 

Θυμώτουνε πως εκείνο το πρωί του Μάρτη του 1584 είχε σηκωθεί  μπονόρα.

Σαμάρωσε το γάιδαρό του κι ετοιμαζότουνε να κουβαλήσει ξύλα από το σώχορο του, μιας και ο καιρός  ολοένα βάραινε .

Ετούτος ο Μάρτης τόχε  παρακάμει.

Όλο  κρύα, χιόνια και βροχές.

Ήξερε βέβαια και την παροιμία « Το Μάρτη ξύλα φύλαγε  μην κάψεις τα παλούκια.»

Αυτή τη στιγμή του είχανε μείνει  μόνο τα παλούκια.

 

Δύο μέρες τώρα στη σειρά το μικρό του  χωριό     ήτανε τυλιγμένο  στην υγρή ομίχλη της Όστριας.

Γλυκός καιρός χωρίς κρύο ,αλλά η υγρασία  ανυπόφορη.

Τις περισσότερες φορές ο καιρός αυτός έπεφτε με βροχή.

΄Ητανε  δε απόλυτη ανάγκη , να μπαλώσει και μια ρονιά ,που έσταζε  πάνω απ το κρεβάτι  των παιδιών .

Ωστόσο η Σταμάταινα  με τις φωνές της πρωί –πρωί  τούχε χαλάσει τα σχέδια.

Ψάχνοντας φαίνεται στην κασέλα  με το αλεύρι, απελπίστηκε  όντας είδε πως η κασέλα  κόντευε να φθάσει στον πάτο.

Πέταξε τις φωνές και κόντεψε να τούρθει   φαστίδιο ,που τώρα  άλλαξαν  εξ αιτίας της όλα του τα σχέδια

-Θα πεινάσουμε  μέρες  πούρχονται , για ψωμί Σταμάτη μου.

-Τα παιδιά νάναι καλά μεγαλώσανε  και θέλουνε ένα καρβέλι στην καθισιά τους.

-Το καλό που σου θέλω γιόμισε διό τσουβάλια  στάρι και τρέξε  δελέγκου  έδεκει στο μύλο του Γερασιμάκη ,να τα κάμεις φαρίνα.

-Το αλεύρι που μας μένει ,δεν φθάνει  ούτε για συντρίτσουλα.

Την αντίσκοψε θυμωμένος.

 

-Ε!  μωρή γυναίκα ..Γιατί δε μου τόπες πρωτύτερα?

-Με τούτο το διαολόκαιρο ,που δεν  κοστάρει   ούτε φίδι ,που να καταντήσω?

Μα τάπε ,αλλά  εδεκεί  μείνανε…

Το αποτέλεσμα είναι ότι τώρα  γύριζε βρεγμένος  μέχρι το κόκαλο  κι ορίστε ούτε το πορτόνι δεν  τούχε  ανοίξει η προκομμένη.

Τέλος πάντων ξεπέζεψε κι έδεσε  προσωρινά το γάιδαρο ,για να μην του φύγει πούλιο πέρα.

΄Ανοιξε την  ξύλινη πόρτα του σπιτιού κι έπιασε να τραβάει τον καντινάτσο κρατώντας με το άλλο του χέρι το φυλλόπορτο.

Λευτέρωσε στο τέλος  το φουντραδώρο  και η πόρτα άνοιξε διάπλατη.

Ύστερα έλυσε το γάιδαρο  κι εκείνος προχώρησε αργά στο εσωτερικό της αυλής και στάθηκε σαν κύριος δίπλα στον ελίτικο στύλο  της κοριθιάς , που είχε μείνει χωρίς φύλλα.

Ξύπνιο ζω !  σκέφθηκε ενδόμυχα ο Σταμάτης, κι’ άρχισε συγχρόνως να λύνει τα σχοινιά του αλέσματος.

Η Σταμάταινα εκείνη ακριβώς τη στιγμή  λιβάνιζε ,μέρα που ξημέρωνε.

Εκράτιε  στα χέρια της  το σκανταλέτο , που άκουσε  τις φωνές  του Σταμάτη .

Το πίθωσε τότε  στο λαβομάνο προσεκτικά, πάνω σε ένα σίδερο  κι έτρεξε να βοηθήσει  τον άντρα της ,στο ξεφόρτωμα  του αλευριού.

Του δικαιολογήθηκε  σίγουρη σχεδόν για το δίκιο της.

-Πάνω στην ώρα που λιβάνιζα η κακομοίρα ….

-Όσο και πρόλαβα  να αφήσω το σκανταλέτο  και νάρτω κοντά σου.

-Μα να τώρα μόλις τελειώσουμε ,θα σου ζεστάνω νερό ,να βάλλεις τα πόδια σου  και να ξεκουραστείς

-Και πρώτα από όλα να αλλάξεις αμέσως ,γιατί όπως βλέπω έχεις βραχεί άσχημα .

-Τώρα αμέσως ,ενώ εσύ θα αλλάζεις ,εγώ θα φτιάξω τσάι  με καρυδόφυλλο να πιουν και τα παιδιά μας.

Εκείνος ο μεγάλος μας τρελαίνεται με το τσάι  καθώς το  προσφαίζει  με πρέντζα  μπιρμπιλωτή, πασαλειμμένη  στη φέτα του.

 

Ο Σταμάτης αναγάλιασε  ακούγοντας τα λόγια της.

Του φάνηκαν σοφά και μετρημένα.

Η γυναίκα του είχε πολύ χρυσάφι στην καρδιά της.

Άρχισε να αισθάνεται ,πως ήτανε λιγότερο φτωχός ,από ότι νόμιζε.

Αμέσως ο θυμός του για την πόρτα  μαλάκωσε.

Είχε σχεδόν ξεχάσει ,πως ήτανε μούσκεμα και πως η υγρασία τον είχε διαπεράσει  μέσα  για μέσα.

Τα λόγια τούρθανε μόνα τους .

-Κουράζεσαι μωρή γυναίκα και συ.

-Δώδεκα παιδιά δεν είναι αστεία..

-Δώδεκα στόματα  που περιμένουνε σαν κοτσιφόπουλα ,για να τα θρέψουμε ,σε αυτούς τους δύσκολους καιρούς.

-Κι αγάντα λοιπόν γυναίκα

-Ανεβήκανε την πέτρινη σκάλα του σπιτιού ,που οδηγούσε στο μώτζο με τις πέτρινες πλάκες και το ξύλινο ρεστέλο.

Μπροστά αυτός με το τσουβάλι  στην πλάτη  κι από πίσω η Σταμάταινα ,να του κρατάει τις μπούνιες , για να μην πέσει.

Έτσι αριβάρανε στο σκεπαστό μώτζο.

Η Σταμάταινα τράβηξε τον σύρτη  ,απ το ξύλινο ρεστέλο κι ο Σταμάτης μπαίνοντας  στην κουζίνα απόθεσε το τσουβάλι  σιγά-σιγά με προσοχή επάνω στη μεγάλη κασέλα.

Η βροχή  άρχισε πάλι να δυναμώνει  στα κεραμίδια.

Ο Σταμάτης  πήγε στο λαβομάνο  πλύθηκε, άλλαξε  και φόρεσε καθαρά ρούχα .

Ύστερα πήρε τη συνηθισμένη του θέση  πάνω στο περναρίτικο  μεντέρι κοντά στη γωνιά που έκαιγε ακόμα.

Σε λίγο ο καιρός  έβγαλε μάτι.

-Καλό σημάδι  είπε ο Σταμάτης.

Ο ήλιος δεν είχε μπατάρει για τα καλά  κι έτσι όπως χρύσιζε το Ιόνιο απέναντι ,ανάμεσα απ το μικρό παράθυρο της κουζίνας ,το Σταμάτη  τον άρπαξε ο ύπνος.

Τα  ξύλα έτριζαν στη χόβολη  και κάπνιζαν .

Έγινε σιωπή.

Σε κάποια στιγμή η Σταμάταινα  πήρε το καλάμι και φύσηξε  τα ξύλα διό τρεις φορές.

Πετάχτηκαν οι φλόγες όλο ζεστασιά  απ τα ελίτικα κούτσουρα.

Ο Σταμάτης  ξύπνησε και τινάχτηκε , για να ξενυστάξει. ,μα ύστερα θαρρείς κι έπεσε σε μια βαθιά συλλογή.

Η Σταμάταινα το πρόσεξε και τον αποπήρε ενοχλημένη.

-Όλο συλλόγισες  είσαι τώρα τελευταία.

-Γιατί δε μου λες και μένα να ξεθυμάνεις?

-Δεν θέλω να σε στενοχωρώ  μωρή γυναίκα ,αλλά να η χρονιά  η φετεiνή

ήτανε πολύ δύσκολη για μας .

–Από λάδι  τέσσαρες  παλιάτσες  όλες κι όλες  και πρέπει να δώσουμε   έξη στον αφέντη  τον Κρασσά στο Κάστρο .

-Όπως ξέρεις το λάδι δεν το παίρνουνε …Δεν έχει τιμή ..λέει.

-Το αμπέλι  στο Κολοκάσι το χάλασε  ο περονόσπορος  και τα σπαρμένα μας είναι τένερα και κακομοιριασμένα.

-Βλέπεις ξεμείναμε κι από γάλα.

-Τα παιδιά μας πίνουνε ένα χρόνο τώρα τσάι

-Άλλο όμως είναι το ένα κι άλλο το άλλο.

 

Αλλά το μεγάλο καστίγο  ήτανε το όρδινο,  πούρτε από τον Πρεβεδούρο.

Έπρεπε λέει όσοι είχανε αμπέλια  για σταφίδα, να τα ξεκουρβουλώσουνε

Η σταφίδα στο Κολοκάσι ήτανε όλη κι’ όλη του η περιουσία.

Είχε βέβαια ανάμεσα στα άλλα και είκοσι ελιές πακτωμένες, από τον Κόντε Κρασσά του Κάστρου, σε ένα λιοστάση ,που συνόρευε ,με το λιοστάση του Δήμου του Γεωργόπουλου .

Θα τούδινε στο τέλος της χρονιάς  έξη παλιάτσες λάδι όπως είχανε συμφωνήσει.

Με τούτες όμως τις Σοροκάδες  οι ελιές σεπόντουσαν στο χώμα  και κανένας δεν μπορούσε να ξεμυτίσει ,για το λιομάζεμα.

 

Τσι προάλλες είχε  πάει στο Κάστρο, στο αρχοντικό   του Κόντε Χριστόδουλου του Κρασσά.

Του κλαούνιζε ,πως η φετινή  χρονιά, ήτανε σκέτη συμφορά ,πως έξη παλιάτσες λάδι ,δεν θα μάζευε απ όλες του τις ελιές.

Μόνο για τη δίκισή του ήθελε είκοσι παλιάτσες λάδι.

Τι να του μείνει για να πουλήσει και με τα λεφτά αυτά, να αγοράσει αλεύρι ρούχα και παπούτσια για τα παιδιά?.

Γύρισε στα Μουσάτα χωρίς αποτέλεσμα.

 

Το θυμάται σαν και τώρα ,αποβραδύς  του Άη Χαραλάμπη –μεγάλη η χάρη του.

Η Σταμάταινα τον περίμενε στην πόρτα .

Του άνοιξε το πορτόνι, ξεσαμαρώσανε το γάιδαρο μαζί και κείνος τον πήγε στην καλύβα  να τον αχερίσει.

Είχε αρχίσει να βραδιάζει .

Εκείνη είχε ανάψει τη φωτιά, ενώ τα παιδιά παίζανε ακόμη στο αλώνι το φτου κι ανάστα.

Του ζέστανε νερό όπως πάντα ,τούβγαλε τα παπούτσια  και κείνος βούτηξε με ανακούφιση τα πόδια του στο καινέλο.

-Έκαμες τίποτα? Τούπε

Έπεσε λίγη σιωπή.

Εκείνος την κοίταξε συγκαταβατικά..

-Τι να κάμω μωρή γυναίκα?

-Ο Κόντε Κρασσάς είναι σκληρός άνθρωπος

-Δεν παίρνει από λόγια.

-Έχουμε κάμει συμφωνία ,λέει.

Εκείνη τούδωσε θάρρος.

-Ε καλέ, μη στενοχωριέσαι.

- Εμείς νάμαστε καλά

-Θα δουλέψουμε και θα του τα δώσουμε.

 

Και πράγματι τώρα που το θυμάται και το χρέος του το ξεπλήρωσε στο ακέραιο, αλλά και τα παιδιά φορέσανε καινούργια παπούτσια.

Όσο για τα δικά του ,έ αυτός μπορούσε να περνάει με τα παλιά.

Μα η φωτιά είχε ανάψει για τα καλά

Η τσαγέρα σιγόβραζε  κι είχε αρχίσει να ξεχειλίζει.

Ο Σταμάτης όμως είχε πάρει κατήφορο.

Δεν τον σταμάταγες με τίποτα.

Γύρισε προς το μέρος της γυναίκας του ,την ώρα που εκείνη έγνεθε τη ρόκα της, ακουμπισμένη στην καρέκλα της.

Εκείνη που είχε νομίσει, πως ο Σταμάτης κοιμότουνε ,έδειξε λίγο ξαφνιασμένη.

-Πέρισυ ακριβώς τέτοιες μέρες ήτανε που χάσαμε τη γίδα μας γυναίκα.

-Θυμάμαι τα βράδια,  που γύριζε από τη χλωρασιά και τα βυζιά της εγγίζανε κάτω .

-Όταν την άρμεγα τα βράδια ,γέμιζα τέσσαρες σκουτέλες.

-Τι ζω ήτανε εκείνο.

-Σωστή γελάδα.

 

΄Ητανε σαν πέρισυ ένα  βράδυ, όπου έδεκει, που ξαπόσταινε ο Σταμάτης άκουσε τη Σταμάταινα να μπήγει τις φωνές.

-Α.. τσου φαρμασόνους .Α.. τσου Μπερμπερίνους ,μου πήρανε τη γίδα μου .

-Την είχα δεμένη από την ελιά ,με το καινούργιο το σκοινί.

-Ήτανε αδύνατο  να λυθεί μονάχη της.

Την άκουσε ο Σταμάτης και δεν είχε προλάβει να προχωρήσει ούτε πέντε βήματα προς το μέρος της, που ξαφνικά έχασε τον κόσμο από τα μάτια του.

Ένα φαστίδιο τον ξάπλωσε  στο πλακόστρωτο της αυλής.

Έτρεξε η Σταμάταινα ,έτρεξε η Ευριδίκη του Αγλέουρα,έτρεξε η Μαριορή του Άντζουλου ,όλες σχεδόν οι γειτόνισες για να τον συνεφέρουνε ,αλλά τίποτα.

Τον χτυπούσανε στα μάγουλα, του βάζανε κρύες κομπρέσες  ,αλλά τίποτα

Στο τέλος βέβαια συνήλθε ,αλλά η γίδα άφαντη.

Τρέξανε από δω, τρέξανε από εκεί ,αλλά στάθηκε αδύνατο να την βρούνε.

Από την άλλη μέρα τα παιδιά πίνανε καρυδόφυλλο.

Το κάζο λοιπόν εκείνο τούμεινε εντυπωμένο και που να το ξεχάσει.

 

Μα σε λίγο η Σταμάταινα μπήκε κρατώντας τη λεκάνη με το χλειο νερό, για τα πόδια του Σταμάτη.

Του έβγαλε τις κάλτσες σιγά-σιγά κι άρχισε να του τρίβει τις πατούσες.

Το νερό για το τσάι στη γωνιά είχε κιόλας αναβράσει, μέσα στη μεγάλη τσαγιέρα.

Τα παιδιά είχαν  αποκοιμηθεί στο μεγάλο δωμάτιο κι ακούγονταν οι ανασασμοί τους ,απ τη μισάνοιχτη πόρτα.

Η Σταμάταινα πήρε ένα μάτσο καρυδόφυλλα και τα βούτηξε μέσα στο βραστό νερό της τσαγέρας.

Εκείνο πήρε μια κόκκινη σκούρα απόχρωση και όλο το δωμάτιο μύρισε καρυδιά.

Το κένωσε μέσα στις τσάσκες  στο μεγάλο ασημένιο δίσκο ,που ήταν και οικογενειακό κειμήλιο.

 

Άρχισαν να πίνουν χωρίς να μιλάνε .

Έπεσε μια παρατεταμένη σιωπή.

Η Σταμάταινα άλλα σκεφτότουνε.

Εκείνη την απασχολούσε  πάλι η κότα της η ζορκολαίμο.

Την είχε καθισμένη από μέρες κλώσα και ακόμα δεν είχε σκάσει αυγό.

Έχει χάζι να μου τα βγάλει κλουβίτες  σκεφτότουνε.

Αλλά τι να πει ?

Ο Σταμάτης δεν έπαιρνε από τέτοια. Είχε τα δικά του …

Είχε πέσει η νύχτα για τα καλά όταν αποσυρθήκανε για ύπνο.

Έξω όμως η μπόρα και πάλι λυσσομανούσε .

Φαίνεται πως ο καιρός είχε γυρίσει προς το Σουρόκο  και ποιος ξέρει πόσες μέρες θα κρατούσε η κακοκαιρία.

 

Tην άλλη μέρα ο Σταμάτης ξημερώθηκε άρρωστος

Όλη νύχτα τον έψηνε ο πυρετός.

Η Σταμάταινα  πήρε από το συρτάρι του κομμού τις βεντούζες  και άρχισε να βάζει στο Σταμάτη ,που είχε κιόλας συνάχι και καταρροή.

Οι βεντούζες ήτανε’ κοφτές»και αυτό για περισσότερη σιγουριά

Έτσι της φαινότουνε τουλάχιστον, ότι ήτανε κρύωμα βαλούτο  και ήτανε σίγουρο ότι τόπαθε ο Σταμάτης ,όταν γύρισε βρεγμένος από το μύλο του Γερασιμάκη..

Τέλος η μέρα πέρασε ήρθε πάλι το βράδυ ,αλλά ο πυρετός δεν έλεγε να υποχωρήσει.

Ο Σταμάτης δεν είχε όρεξη για φαγητό ,παρ όλο που η Σταμάταινα είχε μαγειρέψει.

 

Τα παιδιά κάθισαν το μεσημέρι στο τραπέζι να φάνε και η Σταμάταινα προσπαθούσε να τα περιποιηθεί ,για να μην έχουν παράπονο.

Όλα όμως,  δεν είχαν όρεξη να φάνε  στενοχωρημένα με την αρρώστια του πατέρα τους.

Η θέση του πατέρα έμενε κενή στο τραπέζι και τα παιδιά είχανε χάσει το κέφι τους.

Η μάνα βέβαια τους έδινε κουράγιο λέγοντάς τους ,πως σε τρεις με τέσσαρες μέρες το κρύωμα του πατέρα τους, θάχει περάσει..

Μα οι μέρες περνούσαν και ο Σταμάτης χειροτέρευε.

Ο μεγαλύτερος γιος τους ο Παναγής,  είπε στη μάνα του να φωνάξουνε γιατρό.

Ο μόνος όμως γιατρός της περιοχής ήτανε ο Μικελάκης, πραχτικός γιατρός αλλά με μεγάλη πείρα.

Έμενε κι αυτός στα Μουσάτα και έτσι εξυπηρετούσε  όλη τη γύρω περιοχή.

Είχε και το γαιδουράκι του  και έτσι επισκεπτότουνε τα γύρω χωριά που είχανε την ανάγκη του.

Ήρθε λοιπόν ένα απόγευμα, μπήκε στην κάμαρα του Σταμάτη  κι έπιασε το πόσο του.

Του είπε να ανοίξει όσο μπορεί τον λαιμό  του, τον ερώτησε αν έχει βήχα  και φλέματα και από τα όσα είδε και  είχε διαπιστώσει η κατάστασή του ήτανε σοβαρή.

Πήρε τη Σταμάταινα  κατά μέρος, από το χέρι ,μπήκανε στο δωμάτιο των παιδιών, που εκείνη εν τω μεταξύ τα είχε διώξει από εκεί και ο Μικελάκης  με στενοχωρημένο ύφος της είπε:

-Άκουσε Σταμάταινα  ο άντρας σου έχει  πόντα σκαρατζιά.

-Και τι είναι ετούτο γιατρέ μου?

-Είναι πολύ σοβαρή  η αρρώστια του.

-Φοβάμαι για τη ζωή του…

-Στείλε το παιδί σου, να του δώσω ένα σωληνάριο με κινίνο, όσο το δυνατό συντομότερα.

-Να παίρνει δύο χάπια  την ημέρα και θα δούμε ύστερα , πως θα πάει η κατάστασή του.

-Κανονικά πρέπει να μπει σε νοσοκομείο ,αλλά εσύ  μια φτωχή γυναίκα,  δεν θα  μπορέσεις .

-Που να τρέχεις τώρα και χωρίς… λεφτά.

Σε ευχαριστώ γιατρέ μου ,για τις συμβουλές σου, να αγιάσουνε τα χείλια σου, αλλά  πες  μου τώρα, τι κάνει ο κόπος σου.?.

-Τέσσερα άσπρα για σένα κυρά Σταμάταινα..

-Δεν έχω  να στα δώσω η μαγκούφα αυτή τη στιγμή  γιατρέ μου, αλλά το συντομότερο θα τα λάβεις.

 

Ο Σταμάτης ο Γεωργόπουλος  ο Μουσής  πάλεψε με την πνευμονία δώδεκα μέρες, αλλά στο τέλος υπέκυψε.

Το χαρτί που πήρε η Σταμάταινα ,για το θάνατό του έγραφε την αιτία.

«Πόντα  σκαρατζιά.»

Η κηδεία έγινε  στον  Αη Γιώργη, στο βυζαντινό ξωκλήσι  του λόφου.

Ο Σταμάτης θάφτηκε με τη μοναδική κάσσα , που φύλαγαν οι δημογέροντες στην εκκλησιά του Αη Νικόλα.

΄Υστερα απ το μουρτόριο η κάσσα ξαναμπήκε στη θέση της ,περιμένοντας τον επόμενο νεκρό.

 

.Η Σταμάταινα σαν γύρισε στο σπίτι, ύστερα από το μουρτόριο  του Σταμάτη έβαλε τα παιδιά να προσευχηθούνε ,για την ψυχή του πατέρα τους που ταξίδευε στους ουρανούς.

΄Υστερα  με σφιγμένα τα δόντια τους είπε:

-Για ακούτε, με παιδιά  μου:

-Ούτε αυτή τη βδομάδα ,αλλά ούτε και την  άλλη, θα φάτε ψωμί.

-Το αλεύρι το πούλησα η κακομοίρα ,για να κάμω την κηδεία του πατέρα σας..

 

Κ.Π.Γεωργόπουλος-Πακιόλος

 

Μουσάτα 01-09-09

 

 

 

 

Posted in Uncategorized | Leave a comment

Η ΧΙΟΝΙΣΜΕΝΗ ΑΘΗΝΑ

Posted in Uncategorized | Leave a comment

Posted in Uncategorized | Leave a comment

Posted in Uncategorized | Leave a comment

Posted in Uncategorized | Leave a comment

ΤΟ ΠΛΑΝΗΤΙΚΟ ΝΕΦΕΛΩΜΑ “ΕΣΚΙΜΩΟΣ”

  • Το νεφέλωμα  του  Εσκιμώου  βρίσκεται  στο  Γαλαξία  μας και  το  συναντάμε  στον  αστερισμό  των  Διδύμων,(Πηγή  Διαδίκτυο)

Posted in Uncategorized | Leave a comment

ΤΟ ΣΥΝΝΕΦΟ ΤΟΥ ORT του κώστα Πακιόλου

ΤΟ  ΣΥΝΝΕΦΟ  ΤΟΥ  ΟΡΤ

 

( Από  συνέντευξη του  αστροφυσικού  Διον. Σιμόπουλου Δ/ντή στο  Ευγενίδειο  Πλανητάριο.www,antikleidi,com)

 

Η  διαστημική  συσκευή  voyager 1  χρειάζεται   δεκαεπτά  χιλιάδες  επτακόσια  χρόνια (17700)   χρόνια για  να  φθάσει στο  νεφέλωμα  αυτό  που  αποκαλείται  σύννεφο του  Ορτ.

Στο  νεφέλωμα  αυτό  βρίσκονται  τα  απομεινάρια  των  υλικών  που  δημιούργησαν  το  Ηλιακό μας  σύστημα.

Στα όρια  αυτά  ,τα  παγωμένα  αέρια και  η  διαστημική  σκόνη  που απέμειναν συμπιέστηκαν σχηματίζοντας δισεκατομμύρια  χιονόμπαλες με  διάμετρο  1-150  χιλιόμετρα που  αποτελούν   τους  εμβρυικούς πυρήνες των  κομητών.

Αν και το  voyager  1 δεν  κατευθύνεται  προς  κάποιο  συγκεκριμένο  άστρο της γειτονιάς  μας υπολογίζεται  ότι  σε 40000  χρόνια  θα  προσπεράσει σε  απόσταση 1.6 έτη  φωτός το άστρο cliese 445  το  οποίο  από τη Γη  φαίνεται προς  την κατεύθυνση του  αστερισμού  της  καμηλοπάρδαλης  -πολύ κοντά  στον  πολικό  αστέρα.

Αν και  το άστρο  αυτό βρίσκεται  σήμερα σε  απόσταση 17.6έτη  φωτός σε  40000  χρόνια θα μας  έχει πλησιάσει αρκετά  ,αφού κινείται  προς  το μέρος μαςμε  ταχύτητα  430000 χιλιόμετρα την ώρα  η 119.44 χιλιόμετρα  το  δευτερόλεπτο.

Το  voyager 2 υπολογίζεται ότι  σε περίπου 296000 χρόνια θα  προσπεράσει σε  απόσταση  4.3 ετη  φωτός το λαμπρότερο άστρο  στον  ουρανό της  Γης  το  Σείριο.

Ο  Σείριος σήμερα  βρίσκεται σε απόσταση  από  τη  Γη  8.6  ετών  φωτός.

Ο  Γαλαξίας  μας  που  ανήκει  στους  σπειροειδείς γαλαξίες περιλαμβάνει 200 δισεκατομμύρια  άστρα  και  50  δισεκατομμύρια  πλανήτες.

Ο Δ/ντής  του  Ε.Π. Σιμόπουλος λέει  πως  υπάρχουν  τουλάχιστον  1000000  κόσμοι  στο γαλαξία μας   σαν  τον δικό  μας.  

Posted in Uncategorized | Leave a comment

Posted in Uncategorized | Leave a comment

Posted in Uncategorized | Leave a comment

Posted in Uncategorized | Leave a comment