Posted in Uncategorized | Leave a comment

Posted in Uncategorized | Leave a comment

ΕΚΤΑΚΤΟ ΔΕΛΤΙΟ ΘΥΕΛΑΣ

  • Ο Πρωθυπουργός  κήρυξε  τη  χώρα  σε  εθνικό  πένθος  εξ αιτίας  της  καταστροφικής  πλημμύρας  που  έλαβε  χώρα  τη νύχτα  της 15ης του Νοέμβρη στη Μάνδρα  και    Νέα  Πέραμο  Αττικής.

Αποτέλεσμα  15  ως τώρα  νεκροί και  τεράστιες  καταστροφές  σε  σπίτια,  δρόμους , γέφυρες και  περιουσίες.

  1. Το  νερό  κατέβηκε  από  το  όρος  Πατέρα που  στέκει  πάνω  από  τη  Μάνδρα και  μην  έχοντας  διέξοδο  για  την  επαρκή  διοχέτευση  του  λόγω  του  δομημένου  περιβάλλοντος  προς  τη θάλασσα παρέσυρε  στο  δρόμο  του  κάθε  εμπόδιο. Αρκετοί  κάτοικοι  είναι  ακόμη  εγκλωβισμένοι  και  αγνοούνται .
Posted in Uncategorized | Leave a comment

Posted in Uncategorized | Leave a comment

Posted in Uncategorized | Leave a comment

ΤΟ  ΑΝΑΘΕΜΑ ΤΟΥ  ΒΕΝΙΖΕΛΟΥ

(Του  Κώστα  Γεωργόπουλου)

 

Στο Πεδίο του Άρεως στην Αθήνα της εποχής εκείνης  είχε δημιουργηθεί ένας τόπος αναθέματος για το Βενιζέλο.

Ναι ! Καλά ακούσετε! Για το Βενιζέλο

 Περνούσαν λοιπόν οι πολίτες και άφηναν στον τόπο του αναθέματος ένα λιθάρι ,μια πέτρα μεγάλη η μικρή.

 Οι εχθροί του διέδιδαν ότι η απόδειξη πως  οι πολίτες των Αθηνών είχαν αναθεματίσει το Βενιζέλο,, ήταν ο τεράστιος όγκος από πέτρες, που είχε σχηματισθεί εντός ολίγου στο μέρος αυτό.

Τα χρόνια πέρασαν Η ιστορία έχει γράψει για το μεγάλο αυτόν άνδρα, που όμοιός του δεν έχει ακόμα φανεί στη νεότερη Ελληνική Ιστορία.

Μόνο μελαγχολικές σκέψεις έρχονται στο μυαλό μας ,όταν σκεφθούμε τις ανάλογες  συμπεριφορές των Ελλήνων στο παρελθόν προς τους μεγάλους άντρες, που άφησαν το φωτεινό πέρασμά τους « στας δέλτους»της ιστορίας μας.

 

Ο μεγάλος συγγραφέας και φιλόσοφος του 19ου αιώνα Στέφαν Τσβάιχ έγραψε έναν θαυμάσιο χαρακτηρισμό για τον Έλληνα

Ταιριάζει  «γάντι» με  την  πολιτική  συμπεριφορά  των  Ελλήνων. Γράφει  λοιπόν  ο  Τσβάιχ:

 

« Ο Έλλην  διακρίνεται δια  την  ευγένειαν  του  πνεύματος  του και  δια  τον  προς  την ελευθερίαν έρωτα του.

Αλλά εν τούτοις πάντοτε  επιπόλαιος και άστατος.

Ευκόλως ενθουσιάζεται με παν νέον και το εσπέρας  μετά της αυτής ευκολίας λησμονά το είδωλο  της πρωίας.

Ψηφίζει στεφάνους υπέρ των μεγάλων ανδρών ,είτα  καταδικάζει  αυτούς  να πίωσιν το κόνιον και μετά θάνατον αναγείρει αυτοίς   χαλκούν  αδριάντα.»

Αυτή υπήρξε η μοίρα του Σωκράτη ,του δίκαιου Αριστείδη του Καποδίστρια, του Βενιζέλου μα και τόσων άλλων διασήμων  ανδρών.

                      26/12/2014 6:45:30 μμ

Posted in Uncategorized | Leave a comment

ΤΟ ΝΕΟ ΑΡΓΟΣΤΟΛΙ

Posted in Uncategorized | Leave a comment

ΤΑ ΠΡΩΤΑ  ΒΗΜΑΤΑ(Του Κώστα Γεωργόπουλου)

Θα είχα κλείσει τα έξη χρόνια

Τα ενδιαφέροντά μου ως τότε ήτανε οι πεταλούδες ,τα τζιτζίκια και τα πουλιά

 Ζούσα σε χωριό και κάθε πρωί παρ’ όλο που ήμουνα τόσο μικρός , «ξεπόρτιζα» , όπως λέγανε τότε ,για να περιηγηθώ τα πελώρια λιοστάσια που ζώνανε τα λιγοστά σπίτια του χωριού

Εκεί χάζευα με τις ώρες μαζί με κάποιους άλλους της  ηλικίας μου  και της παρέας. Κυνηγούσαμε  τα πουλιά και ψάχναμε για τις φωλιές τους,

Είχα δει τη φωλιά του κότσυφα που την έπλεκε με μικρές ρίζες ελιάς και με πολύ τέχνη.

Στο βάθος της τοποθετούσε φτερά συνήθως άσπρα και έκανε  τέσσερα με πέντε αυγά σαν χοντρές ελιές άσπρα, με πίκες γκριζοπράσινες.

 Ήξερα καλά  πως δεν  έπρεπε να πιάσω ποτέ με τα χέρια μου τα αυγά του γιατί ο κότσυφας καταλάβαινε   ίσως από την μυρωδιά ότι κάποιος τον παρακολουθεί και αμέσως παράταγε τη φωλιά του μαζί με τα αυγά του.

Είχα μάθει τη συμπεριφορά του πουλιού αυτού και από το λάλημά του καταλάβαινα τι του συνέβαινε και πια ακριβώς ήτανε η ασχολία του.

Όταν λ.χ .έτρωγε σκουλήκια σκάβοντας με τη μύτη του το χώμα έκανε ένα ιδιαίτερο λάλημα από μικρές και επανωτές φωνές, ώστε καταλάβαινες από μακριά τι έκανε το πουλί εκείνη τη στιγμή.

Όταν τρόμαζε στη θέα μιας γάτας η ενός σκύλου, άνοιγε τα φτερά του και πετούσε οριζόντια βγάζοντας κραυγές θαρρείς τρόμου που ακουγόντουσαν 

σε όλη τη γύρω περιοχή.

Κάτι ανάλογο συνέβαινε και με τις παρατηρήσεις μου για τα άλλα πουλιά που εκείνη την εποχή ήταν πολλά και από κάθε είδος.

Λόγου χάρη ήξερα καλά από το κελάηδημα του γαρδελιού την άνοιξη που είχε φτιάξει τη φωλιά του και αν είχε πουλιά η αυγά .

Συνήθως τη φωλιά του την έφτιαχνέ στα ψηλότερα κλαδιά της ελιάς.

Αντίθετα η στεφανούδα που ήτανε το πουλί της Λαμπρής  έφτιαχνε τη φωλιά της στους κορμούς των δέντρων που από μέσα ήταν κούφιοι.

Το πουλί αυτό με το ασπρόμαυρο φτέρωμα το λέγαμε και πουλί της Λαμπρής εξ αιτίας της λαλιάς του.

Έλεγε δηλαδή κάτι σαν «Κόφτε ράφτε κι’ έρχεται η Λαμπρή» Εξαφανίστηκε τώρα κι’ αυτό μαζί με τόσα άλλα.

Ο ατσάραντος με το κίτρινο φτέρωμά του που έμοιαζε με καναρίνι έκανε τη φωλιά του την Άνοιξη πάντα πάνω σε κυπαρίσσια .Τραγουδούσε πολύ όμορφα και από μακριά γνώριζα τη φωνή του.

 Μου έκαναν εντύπωση  επίσης τα διάφορα έντομα και δεν μπορούσα να εξηγήσω  το μυστήριο με τις πυγολαμπίδες. που τα βράδια ανάβανε σαν μικρά φανάρια.

 Παρακολουθούσα τις ατελείωτες στρατιές των μυρμηγκιών

που εκεί στις αρχές του καλοκαιριού μεταφέρανε τους αχούνουπες και τα κλωνιά του σταριού στις φωλιές τους.

Παρατηρούσα  με προσοχή  αυτές τις  φωλιές  που συνήθως  στο στόμιό τους , είχαν ένα μέρος από το υλικό, που είχαν εξορύξει σκάβοντας τις υπόγειες στοές τους.

 Έμοιαζαν με μικρούς πύργους σε μικρογραφία. Μάλιστα είχα γράψει και ένα απ’ τα πρώτα μου ποιήματα και το είχα αφιερώσει στα μυρμήγκια.

Ένας άλλος  μαγικός κόσμος  ήταν  οι διάφορες  πολύχρωμες πεταλούδες που επισκεπτόντουσαν τα λουλούδια των χωραφιών. και των κήπων .

Όλος αυτός ο κόσμος στα μάτια μου ήταν μια συναρπαστική εμπειρία που έμοιαζε πολύ με αυτήν  της Αλίκης στη χώρα των θαυμάτων

Ως που  σε κάποια στιγμή άκουγα τη φωνή της μάνας που με καλούσε και έσπευδα τότε  χοροπηδώντας να γυρίσω γρήγορα.

 Τον ίδιο καιρό από κάτι μισές-κουβέντες στο σπίτι δεν θυμάμαι , πως έτυχε  να τις ακούσω, αλλά κατάλαβα πως είχε φθάσει η ώρα να γραφτώ στο Δημοτικό Σχολείο της εποχής εκείνης και να παρακολουθήσω τα μαθήματα μαζί με τους άλλους της ηλικίας μου.

Είχα καταλάβει , πως  όλες μου οι ελευθερίες αλλά και η παιδική μου ανεμελιά θα χανόταν  για πάντα.

Ακόμα και τώρα δεν ξέρω πως αλλιώς  να εξηγήσω τη στάση μου την ημέρα που για πρώτη φορά, θα έπρεπε να πάω σχολείο.

Αντί λοιπόν να οδηγηθώ στα θρανία  εκείνο το αξέχαστο πρωινό, του Σεπτέμβρη ,  εγώ  ο μπόμπιρας  το έσκασα από το σπίτι προτού ακόμη χτυπήσει η  καμπάνα.

Αφού περιπλανήθηκα για αρκετή ώρα  στα στενά σοκάκια του χωριού τρύπωσα σε κάποια στιγμή σ’ ένα μισογκρεμισμένο ακατοίκητο σπίτι και έμεινα εκεί σαν το φοβισμένο πουλί για πολλές  ώρες.

Οι δικοί μου όλοι είχανε βγει  φοβισμένοι στις στράτες και ψάχνανε για μένα

 Είχαν ανησυχίσει  σοβαρά ..

-  Βρε τι νάγινε το παιδί … Βρε που χάθηκε το παιδί και πρέπει να πάει στο σχολείο του…,

Αλλά εγώ είχα γίνει άφαντος

Ο πατέρας είχε φέρει κιόλας από την προηγούμενη μέρα  το αναγνωστικό της πρώτης τάξης , τη γομολάστιχα ,τα μολύβια,  την πλάκα με τα ανάλογα κοντύλια, τα τετράδια  και μια ωραία δερμάτινη σάκα.

Όλα αυτά  είχαν ετοιμαστεί αποβραδίς για τη μεγάλη αυτή μέρα, χωρίς βέβαια να με ρωτήσουν  Εγώ φαίνεται είχα άλλα σχέδια. δεν μου ήτανε και τόσο εύκολο να παραδώσω με τόσο σκληρό τρόπο την ελευθερία μου αυτή που είχα αποκτήσει και όλες τις φιλίες μου με τα πουλιά, τα τζιτζίκια και τις πεταλούδες.

Αφού περιπλανήθηκα όπως περιέγραψα πιο πάνω  στα σοκάκια του χωριού και των γύρω σπιτιών αποφάσισα να κρυφτώ στο υπόγειο ενός μισογκρεμισμένου σπιτιού.

Το μόνο που με ενδιέφερε ήταν να μην πάω σχολείο.

Δεν θυμάμαι πόσες ώρες έμεινα κρυμμένος εκεί,

Γιατί πολύ αργότερα  ύστερα   από ένα πολύωρο ψάξιμο  από τους δικούς μου στις γύρω περιοχές  κατάφεραν  κυριολεκτικά να με ξετρυπώσουν από το κρησφύγετο μου αυτό  και να με πάρουν βιαίως στο σπίτι με κλάματα .

 Ένας μπόμπιρας σαν και μένα είχε μαρτυρήσει την κρύπτη μου.

Όταν  με έφεραν στο σπίτι ύστερα από μερικές ώρες ,   καθώς  ανέβαινα τη σκάλα  μισοκλαμένος και ταπεινωμένος,  ενώ ο πατέρας με κρατούσε από το χέρι  , νάσου η μάνα  ξεπρόβαλε   απ’ την πόρτα της κουζίνας  με άρπαξε και αντί να με τιμωρήσει για τη στάση μου αυτή, άρχισε εντελώς απρόσμενα να με φιλάει   και να με καλοπιάνει .

Είχε στενοχωρηθεί πολύ εκείνο το πρωί της εξαφάνισής μου.

 Ήμουν και το στερνοπαίδι της άλλωστε. Μου είχε ιδιαίτερη  αδυναμία, αλλά και απεριόριστη εμπιστοσύνη.

Αντίθετα ο πατέρας δεν μου χάριζε κάστανα και μου τις έβρεχε, αν έκανα καμιά αταξία. Όπως κάποτε που συμμετείχα στο κλέψιμο πορτοκαλιών

παρέα με τους πιο ζωηρούς και αμφιλεγόμενους του χωριού.

Ο πατέρας μου τις έβρεξε…. άσχημα Η κυρία των πορτοκαλιών τον επισκέφθηκε αυτοπροσώπως κάνοντάς του παράπονα για την αταίριαστη πράξη μου.

.

 Η κατανόηση της μάνας μου όμως τώρα  για την πρόσκαιρη αυτή εξαφάνισή μου  φαίνεται  πως επέδρασε  ευνοικά  στην περαιτέρω  στάση  μου, γιατί από την άλλη μέρα κιόλας άρχισα να παρακολουθώ τα μαθήματα της πρώτης τάξης του δημοτικού  ανελλιπώς.

Σε πολύ λίγο διάστημα τα γράμματα με είχαν τόσο συναρπάσει, ώστε  από τη δασκάλα μου λογιζόμουνα κιόλας  ένας από τους καλύτερους και επιμελέστερους  μαθητές της.

Το Σχολείο μας ήτανε εξατάξιο μικτό  και στεγαζόταν  σε μια αίθουσα που αποτελούσε το πιο ευρύχωρο δωμάτιο μιας  ιδιωτικής κατοικίας που λειτουργούσε σαν σχολείο αντί ενοικίου .

Είχε δύο παράθυρα που τα έλουζε ο Ήλιος με νοτιοανατολικό προσανατολισμό.

Μπροστά η αίθουσά μας έβλεπε  σ’ ένα μπαλκόνι φαρδύ που από κάτω του βρισκόταν η είσοδος για το κατώι του σπιτιού. και δίπλα είχε φυτρώσει μια άγρια συκιά που είχε αναπτυχθεί υπέρμετρα και απειλούσε την επάρκεια του φωτισμού μας από το άλλο παράθυρο του δωματίου-σχολείου.

Για ν’ ανέβουμε στο μπαλκόνι αυτό έπρεπε να δρασκελίσουμε μια σκάλα με δεκαπέντε ψηλά σκαλοπάτια

Για μας δεν ήτανε τόσο κουραστικό όσο για τη δασκάλα μας την κυρία Πόπη, που ήτανε υπέρβαρη με τα μέτρα της εποχής και το ανέβασμα αυτής της σκάλας ,αληθινή δοκιμασία.

Πέρασα τέσσαρες τάξεις στο σχολείο αυτό και μετά το τέλος της τετάρτης τάξης ,χρειάσθηκε να δώσω εξετάσεις για να εισαχθώ στο Γυμνάσιο της περιοχής.

Μπήκα με επιτυχία για να τελειώσω  ύστερα από οκτώ χρόνια την ογδόη του μικτού Βαλλιανείου Γυμνασίου Κεραμιών βαδίζοντας δύο ώρες δρόμο ημερησίως, για να φθάσω ως εκεί  και να γυρίσω στο σπίτι μου ,με καλοκαιρία η με βροχή  ,αέρα και θύελλα.

Μοιάζει απίστευτο αλλά δεν είχα κάνει ούτε μια απουσία.

Ολόκληρη την ιστορία αυτή έχω αφηγηθεί στο χρονικό που έχει αναρτηθεί στο διαδίκτυο στην ιστοσελίδα μου και έχει τίτλο «Μαθητικά- Κατοχικά»

Αξίζει τον κόπο να διαβάσει εκεί  κανείς τις απίστευτες περιπέτειες και στερήσεις των παιδιών της κατοχής για να μορφωθούν και να μάθουν γράμματα.

Είναι σχεδόν απίστευτο για τα σημερινά παιδιά που μεταφέρονται στο σχολείο τους τα μικρότερα με ταξί και τα μεγαλύτερα με πούλμαν δωρεάν.

Εμείς τότε δεν είχαμε ούτε  ομπρέλα για  να  προφυλαχθούμε  από  τη  βροχή  και πολλές φορές βρεχόμαστε και  οι  καθηγητές  μας  παρακαλούσαν  να  γυρίσουμε  στο  σπίτι  μας  να  αλλάξουμε  τα  βρεγμένα  μας  ρούχα. Εμείς  όμως  μέναμε  εκεί να  μην  χάσουμε  το  μάθημα , που  για  αυτό  είχαμε  φάει  τόση  βροχή  στην  πλάτη.  Και  να σας  πω  και  κάτι ;- που  δεν  ντρέπομαι  να  το  πω-Έφευγα     από  το  σπίτι  τον  άγριο  χειμώνα  του  41σχεδόν  νηστικός , γιατί  η  μάνα  δεν  είχε  τίποτε  να  μου   δώσει, εκτός  από ένα  φιλί.

Έτσι  ξεκινούσα  κάθε  πρωί  χωρίς  ομπρέλα  ,  χωρίς  παλτό

Πεινασμένος  μέσα  στο  άγριο  ξεροβόρι ,στο  χιόνι  η  στη  βροχή ,΄μα  έχοντας  μέσα  στην  ψυχή μου  τη  βαθιά  πίστη  πως  η  πατρίδα  πολύ  σύντομα  θα  μπορούσε  να  ζήσει  και  πάλι  ελεύθερη και  πως  όλα  τα  βάσανά  μας  θα  τέλειωναν  οριστικά. 

Posted in Uncategorized | Leave a comment

ΟΙ  ΔΥΟ ΝΕΡΑΙΔΕΣ

 

-Άκουσα ότι τις είδες.

-Ναι τις είδα πράγματι.

-Πόσες είναι;

-Δύο .

-Και τι κάνουνε;

-Η μία στρίβει τη ρόκα της και κεντάει και η άλλη ξαίνει το μαλλί.

-Τι ηλικία έχουν ξέρεις;

-Η μία μοιάζει μεσόκοπη  και η άλλη  μικρό κοριτσάκι.

-  Μοιάζουν μάνα με θυγατέρα.

-Και που τις είδες δε μου λες;

-Κατέβαινα  προχθές το βράδυ το «Λαγκαδόρεμα».

- Γύριζα από το καρτέρι του λαγού στη Μολού και το φεγγαρόφωτο είχε κάμει τη νύχτα –μέρα.

-Άκουσα ένα θόρυβο σα σούρσιμο που ερχότουνε απ’ το ξάγναντο μέσα στη νύχτα και νόμισα πως είναι κάνα κουνάβι η αλεπού η τίποτα άλλο.

-Ήτανε λίγο μακρύτερα από μένα μα εδώ που τα λέμε σκιάχτηκα .

-Ήταν αυτές .

-Πλησίασα τότε  λίγο κι’ είδα τη μια να στριφογυρίζει τη ρόκα της.

-Η άλλη είχε καθίσει σ’ ένα βράχο κι’ όπως έπεφτε πάνω της το φεγγάρι ήταν αλλόκοτη   έμοιαζε με ξωτικό..

-Την είδα ύστερα που σηκώθηκε πλησίασε την άλλη κι’ άρχισε να ξαίνει τούφες -τούφες το  μαλλί .

-Το ένα μου σκυλί καθώς άκουσε θόρυβο γαύγισε και τότε αυτές ξαφνιάστηκαν και παράτησαν τη δουλειά τους.

-Η μικρή νεράιδα δεν φοβήθηκε αλλά έτρεξε τότε  προς το μέρος του σκυλιού και το κυνήγησε στο ρέμα.

-Το σκυλί από κείνο το βράδυ μουγκάθηκε κι’ ούτε τρώει ούτε πίνει.

-Κοιτάζει μόνο φοβισμένο και μαζεύεται στα πόδια μου.

-Φοβάμαι πως θα χάσω το σκυλί μου κι’ είναι κυνηγόσκυλο  πρώτης τάξεως.

-Έτσι ε; και πως το εξηγείς αυτό;

-Λένε πως αν τύχει και πλησιάσεις τις δύο αυτές νεράιδες η σε πλησιάσουνε αυτές το πρώτο που θα πάθεις είναι να μουγκαθείς ολότελα.

-Τον ήξερες το Φώτη του Γέρονικολή;

-Ποιον αυτό το μουγγό;

-Ναι ! Αυτός λένε τις είχε πλησιάσει και μίλησε μαζί τους.

-Μα την άλλη μέρα η μάνα του δεν τούπαιρνε  κουβέντα .

-Τα χρόνια πέρναγαν μ’ αυτός δεν ξαναμίλησε από τότε.

-Η μάνα του πέθανε απ’ τον καυμό της..

-Πάει καιρός τώρα.

-Βωρέ τι μου λες .Να και κάτι που δεν ήξερα.

-Ο μακαρίτης ο πατέρας μου ,μου έλεγε την ίδια ιστορία που κι’ αυτός την είχε ακούσει από το δικό του πατέρα.

-Μα το πιο περίεργο είναι πως άμα βάλλει αέρα  με βροχή αρχίζουν κι’ οι δύο και κλαίνε

-Λένε  πως είναι μάνα και κόρη και κάποτε ζούσανε σαν τους άλλους ανθρώπους

-Η μάνα κάποτε έστειλε το γιο της στον πόλεμο.

-Ήταν μια μέρα που χάλαγε ο κόσμος  από τον  αέρα και  τη  βροχή.

-Ο γιος της δεν ξαναγύρισε.

-Όταν τον αναζήτησε σε στιγμές που οι άλλοι είχαν γυρίσει της είπαν πως είναι αγνοούμενος.

- Δεν ήξερε τι σημαίνει αγνοούμενος….

-Της εξήγησαν..

-Περίμενε χρόνια το γιο να γυρίσει απ’ τον πόλεμο

-Ο γιος της δεν γύρισε.

-Βαρυγκόμησε, η καρδιά της μαύρισε.

- Απ’ το κλάμα το πολύ τυφλώθηκε.

-Την πήρε τότε η μικρή της κόρη απ’ το χέρι  κι’ ανέβηκαν  μαζί  στο βουνό σ’ ένα μικρό κτήμα που είχαν  με καλύβι μέσα.

-Εκεί έμειναν για χρόνια.

- Καλά πως ζούσαν;

 -Κανένας δεν έμαθε ποτέ .

-Εκεί λένε τις αντάμωσαν τα ξωτικά, τις λυπήθηκαν που τις βλέπανε όλο να κλαίνε και τις έκαναν νεράιδες.

-Από τότε οι κυνηγοί που διαβαίνουν το άγριο Λαγκαδόρεμα τις βλέπουν στο φεγγαρόφωτο να γνέθουν.

 

     kostaspak@gmail.com

      10/19/2016 7:51:15 PM

                    

 

 

Posted in Uncategorized | Leave a comment

ΤΑ Βλαχάτα εικοσιμίας από το Τραπεζάκι ( Φωτοπακιόλος)

Posted in Uncategorized | Leave a comment