Ο ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ Διήγημα του Κώστα Γεωργόπουλου

Ο  ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ  ΚΑΙ   Ο  ΤΖΩΡΤΖΙΝΑΣ

Ο  Δημοσθένης  ήταν  ο δεύτερος  γυιος  της  οικογένειας  ,ανάμεσα στα  άλλα έξη  παιδιά του

Μπάρμπα  Γεράσιμου,  που  ήταν  χονδρονοικοκύρης

   στο χωριό.

Όταν  γεννήθηκε  ο  Δημοσθένης  παρ’ολίγο η μάνα  του  να  πέθαινε  μαζί  με  το παιδί, μια καιτο αγόρι της  αυτό

ερχόταν  ανάποδα με  τα  πόδια  στη  ζωή.

Την  ημέρα που  γενιόταν   ο  Δημοσθένης  ,  ο  γιατρός  που  ήταν  φίλος με την  οικογένεια  κοίταξε  ψυχοπονετικά   τον  πατέρα  του,έσκυψε   στο   αυτί  του, για  να  μην  ακούσουν όλοι  εκείνοι  που παράστεκαν  τη   λεχώνα και  του  ψιθύρισε   εμπιστευτικά  :  « Γεράσιμε  δυστυχώς  όπως  ήρθαν  τα  πράματα  δεν  μπορώ  να  τους  γλυτώσω  και  τους  δυο –Πες  μου  ποιον  θέλεις ;Τη  γυναίκα  η  το  παιδί;»

Έπεσε  μια  νεκρική  σιγή  για λίγα  δευτερόλεπτα ανάμεσα στους   δυο  και  το μόνο  που  ακούγοταν  ήταν  ο  δαιμονισμένος  αγέρας απ’έξω  και  οι  στριγκλιές  της  λεχώνας , που  όσο  περνούσε  η  ώρα   τόσο  δυνάμωναν. 

Ο  Γεράσιμος  πήρε  μια  βαθιά  ανάσα και  καθώς  το  αυλακωμένο του  πρόσωπο,από τις θαλασσινές περιπέτειες φούσκωνε  από την  έντονη  αγωνία  ,βρήκε  το  κουράγιο  να  απαντήσει  στο  γιατρό.

Έσκυψε στο  αυτί  του  και του  ψιθύρισε  με  έντονη  συγκίνηση:  « Τη  μάνα,  τη  μάνα  να  σώσουμε  γιατρέ μου.»

Ο  γιατρός  πάλαιψε  με  τις  αναποδιές  της γέννας

και  θαρρείς  οι  κόποι  του  δεν  πήγαν  χαμένοι.

Το παιδί παρ’όλο  που  ερχόταν  ανάποδα με  τσιριξιές   και  κλάματα ,   φαινόταν  να  έχει διαφύγει  τον κίνδυνο ανέπνεε   κανονικά , αλλά το προσωπάκι του φαινόταν κατάμαυρο και το  σώμα  του γεμάτο  μελανιές.

Ο γιατρός    φαινόταν  αισιόδοξος,όσοι όμως  από τους  επισκέπτες της λεχώνας  ετυχε να  δουν  το  παιδί        σχολίαζαν πως  ήταν  αδύνατο  να ζήσει  και  λυπώντουσαν  τους  γονείς.

Όμως  το παιδί   έζησε  και  προτού  κλείσει χρόνος  βαπτίσθηκε  στην  εκκλησιά του   χωριού.

Ο Νουνός του  το  έφτυσε  κιόλας για να  του μοιάσει όπως  απαιτούσε  το  έθιμο.

Ακόμη  επειδή ήταν  αρχαιόφιλος  του  έδωσε το όνομα  Δημοσθένης,

Αργότερα  το  παιδί  καθώς  μεγάλωνε  έβγαλε  διάφορα  κουσούρια.

Θέλεις  οι  ταλαιπωρίες  της  γέννας,θέλεις  κάποια  παιδική αρρώστια  που το ταλαιπωρούσε  από καιρό ,

το  παιδί έγινε  ιδιότροπο  και  ανυπάκουο.

Βασάνιζε τους  γονείς  του  κάθε  τόσο με  διάφορες  κατεργαριές που επινοούσε.

Ήταν στην  κυριολεξία  ένας  μικρός  τύραννος που τους  παίδευε  χωρίς  σταματημό.

Μια  γιατί  είχε  κλέψει  τα  πορτοκάλια  της  γειτόνισας  μια  γιατί  είχε  σπάσει το κεφάλι του  παπά Σοφιανού  με  μια  πέτρα  που είχε  πετάξει  τη  στιγμή  που  ο παπάς  σήμαινε  τον εσπερινό.

Και  νάτανε  μόνο  αυτά,αλλά  το χειρότερο ήταν  ότι  μια  μέρα  ξάπλωσε  τη  δασκάλα του  στο  δρόμο  ,με  μια  παγίδα  που  είχε  στήσει με  συρμάτινο  γάτζο  έξω  από  το  σχολείο.

Η  δασκάλα  πέφτοντας  έσπασε το  πόδι της και  χρειάσθηκε να πάει  στο  νοσοκομείο. Όλα τα  έξοδα  τα  πλήρωσε   τότε  ο μπάρμπα Γεράσιμος

Τα  πιο χειρότερα  όμωςδεν είχαν  φθάσει  ακόμα.

Ας  τα   παραθέσουμ  εδώ  με κάθε συντομία.

Στο κάτω  μέρος  του  χωριού  σ’  ένα  δίπατο  σπίτι  με  ταράτσα ,που  είχε  φάτσα στον  κεντρικό  δρόμο  της  Χώρας  ζούσε  απομωνομένος  στα γηρατειά  του  ο  μπάρμπα  Στάθης  με  τη  γυναίκα  του  τη  θεια  Σταμούλα.

Ζούσαν  εκεί μόνοι  χωρίς βοήθεια και  η  μια μέρα  διαδεχόταν  την άλλη  με  μυριάδες  βάσανα.

Εκεί  κοντά  και απέναντι από  το  δρόμο βρισκόταν  και η  θρυλική  λότζα  ,που  μάζευε  όλα  τα  παιδιά του  χωριού  ,για  τα  παιγνίδια  τους.

Ο  γέρο  Στάθης  ήταν  ολότελα  τυφλός και κάθε απόγευμα  κατά  τη  διάρκεια της  Άνοιξης  κυρίως  κατέβαινε και  ψηλαφώντας  τοίχο-τοίχο,έβγαινε  και  καθόταν  στο  παρακείμενο πεζούλι  απολαμβάνοντας  τον  ανοιξιάτικο Ήλιο και  τους  θορύβους  του  δρόμου.

Τον  ίδιο καιρό  στην  απέναντι Λότζα  της  θεια  Σταμούλας  μαζευόντουσαν  όλα  τα  πειραχτήρια  του  χωριού  και παίζανε  αμάδες,μπούζους πίτσι αλά και άλλα παιγνίδια  της  εποχής.

Ένα  απόγευμα ο  Μπάρμσπα  Στάθης  είχε  και πάλι κατά τη   συνήθεια  του  καθίσει  στο  γνωστό πεζούλι  του  δρόμου , που  εκεί  τον  έπαιρνε  κάπου- κάπου  και ο  ύπνος.   

Ο  Δημοσθένης  που  εκείνη  τη  στιγμή  έτυχε  να  βρίσκεται στη  Λότζα  με  την  παρέα  του  ,φώναξε  εις  επήκοον όλων:

«Βωρές  σε  λίγο  θα  σπάσετε  πλάκα και  θα  δείτε  θέαμα  που  δεν  θα  ξεχάσετε ποτέ στη  ζωή  σας.

Λέγοντας  αυτά  έβγαλε από την  τσέπη του μια κασετίνα  από κιάκια  που μέσα  είχε  παγιδέψει  ένα 

τζώρτζινα ,με ψαλιδισμένα  τα  φτερά  του.

Εν  συνεχεία αφου  διέσχισε  το  δημόσιο δρόμο που  περνούσε  μπροστά από τη  Λότζα,πλησίασε  απέναντι εκεί  που  καθόταν  ο  μπάρμπα  Στάθης που μόλις τον  

είχε πάρει  ο     ύπνος.

Ο  Δημοσθένης  που  κρατούσε την  κασετίνα  με  τον  Τζώρτζινα ,σταθηκε από  πάνω  από  τον  τυφλό  γέρο  ανοιξε  την  κασετίνα και έπιασε με προσοχή  τον  τζώρτζινα  από  τα  ψαλιδισμένα  φτερά κρατώντας  τον  σφιχτά.         

Ύστερα  τον πίεσε  πάνω  στη  μύτη  του  αποκοιμημένου  γέροντα  δύο φορές.Ο  Τζώρτζινας   κόλλησε  στη  μύτη  του  γέρου  κι’  έχωσε  το  κεντρί  του  όσο πιο  βαθιά μπορούσε.

Ο  γέρος  άφησε  ένα  ουρλιαχτό  χτυπημένος    από  τον  ξαφνικό και αναπάντεχο πόνο  και  σωριάστηκε στο χωμάτινο  δρόμο  ανήμπορος και  απροστάτευτος, με  κίνδυνο να  τον ακρωτηριάσει   κανένα  τροχήλατο.

Ο Δημοσθένης με  δύο  πηδήματα  ξαναβρέθηκε  πάλι  ανάμεσα στα πειραχτήρια , που  τώρα  τον  επεφημούσαν   για  το κατόρθωμα σκασμένοι στα γέλια.

Εκείνος   τους  κοίταξε  λίγο  υπεροπτικά  μ’ ένα  σαρδώνειο  γέλιο  και  τους  είπε:  « Βωρές  ο  τζώρτζινας  πόνεσε  πιο  πολύ  από  το γέρο  ,γιατί το  κεντρί του κόλλησε  βαθιά  στην  τραχειά  μύτη  του   και  δεν  ξεκόλλαγε  με  κανένα  τρόπο.»   

Την  άλλη  μέρα  το  χωριό βούιξε  με  το  κατόρθωμα  του  Δημοσθένη.

Ο πατέρας  του τώρα   περπατούσε με  σκυμένο κεφάλι  θέλοντας  όπως  έλεγε  να  εξαφανισθεί  αν ήταν  δυνατό  από το  χωριό  του ,μη μπορώντας  να  ανθέξει  αυτή  την    ντροπή που  τον  είχε  συντρίψει  ,χωρίς  να  μπορεί να  κοιτάξει κατάματα  τους  χωριανούς  του.

Δευτέρα, 30 Δεκεμβρίου 2019    

 

 

 

 

 

 

 

About Κώστας Γεωργόπουλος

Γεννήθηκα στην Κεφαλονιά ,Τελείωσα το Βαλλιάνειο Γυμνάσιο Κεραμιών με το άριστα (19,40). Μπήκα πρώτος με το άριστα(9.ο9) χωρίς φροντιστήριο στις προσαρτημένες σχολές του Ε.Μ.Π. (ΣΥΠ) όπου πήρα πτυχίο ισότιμο πολιτικού μηχανικού Τ.Ε Προτού υπηρετήσω στρατιώτης εργάσθηκα στο Υπουργείο Αποκαταστάσεως σεισμοπλήκτων νήσων στο Κ8 γραφείο με προιστάμενο τον πολ.μηχ.Κέπετζη και εν συνεχεία στο γραφείο Νομομηχανικού Κεφαλονιάς με προιστάμενο τον πολ.μηχ. Κουκλάδα . Επέβλεψα διάφορα έργα όπως το Σουηδικό Νοσοκομείο Σάμης ,δωρεά της Σουηδίας που στον καιρό του προσέφερε πολύτιμες υπηρεσίες στους σεισμοπαθείς της Κεφαλονιάς. Μετά το στρατιωτικό εργάσθηκα στην τεχνική εταιρία Φραγκάκου -Φραγκάκη που κατασκεύασε τα κυριότερα κτίρια του Δημοσίου στο Αργοστόλι όπως το Διοικητήριο ,το Μουσείο και το Δικαστικό Μέγαρο Επέβλεψα την κατασκευή του Μουσείου και του Δικαστικού μεγάρου. Επέβλεψα επίσης πολλές ιδιωτικέ κατοικίες στο Αργοστόλι που κατασκευάσθηκαν από την Τ.Εταιρία Φραγκάκου , όπως και ολόκληρο το χωριό Προκοπάτα που κατασκεύασε η εταιρία με δαπάνες του εφοπλιστή Μαρκεσίνη. Η αποχώρηση από την εταιρία έγινε με δική μου βούληση για λόγους οικογενειακούς. Μετά την αποχώρησή μου από την Εταιρία εργάσθηκα στο Υπουργείο Γεωργίας -(Τοπογραφική υπηρεσία-) εκτελώντας διάφορα έργα ανά την Ελλάδα τοπογραφικής κυρίως φύσεως όπως χαράξεις αρδευτικών έργων στο έδαφος,αποτυπώσεις εκτάσεων και κτηματολόγια,.ρυμοτομίες σε πόλεις και χωριά και διανομές εκτάσεων σε ακτήμονες.Στη Θεσσαλία και στην Πελοπόννησο εκτέλεσα επίσης( ύστερα από εφαρμογές χαράξεως αρδευτικών έργων στο έδαφος και συντάξεως κτηματολογικών στοιχείων ) αναδασμούς σε εκτάσεις 200000 και πλέον στρεμμάτων , που συνετέλεσαν τα μέγιστα στην ανάπτυξη του Γεωργικού εισοδήματος της χώρας συγκεντρώνοντας την κατατεμαχισμένη ιδιοκτησία των αγροτών και εξοπλίζοντας με τεχνολογικό υπόβαθρο , τα κατά τα άλλα πλούσια εδάφη τους , με νερό, δρόμους επικοινωνίας και καλή αποστράγγιση. Το 1974 έκανα μεταπτυχιακό ( master) στο Saint Gall Ιnst.(SSPO) της Ελβετίας στη Φωτογραμμετρία αποκτώντας ένα διεθνές Diploma στο αντικείμενο αυτό.. Αυτό με λίγα λόγια υπήρξε το έργο μου.. Είμαι ήδη συνταξιούχος του Δημοσίου και τον περισσότερο χρόνο μου αναλώνω στην Κεφαλονιά οπου και μένω στο χωριό Μουσάτα με τη σύζυγό μου. Ασχολούμαι με τη συγγραφή καθώς και με την ποίηση .Διατηρώ μια λογοτεχνική ιστοσελίδα και εκεί δημοσιεύω τις εργασίες μου,που δεν έχουν εκδοθεί (Διηγήματα,χρονικά ,ευθυμογραφήματα ιστορικά και δοκίμια) αλλά επίσηςλυρική και σατιρική ποίηση δική μου και του πατέρα μου.Ο πατέρας μου υπήρξε καταξιωμένοος σατιρικός ποιητής, συνεργάτης του σπουδαίου Μολφέτα στο φημισμένο ΖΙΖΑΝΙΟ της Κεφαλονιάς.Το καλοκαίρι του 2ο14 εξέδωσα ολόκληρο το ποιητικό μου έργο και το φθινόπωρο του ίδιου χρόνου καταξιώθηκα ένα Α βραβείο σε έναν διεθνή διαγωνισμό για τη ρότα του Οδυσσέα που είχε προκηρύξει η UNESCO..H ιστοσελίδα μου είναι: www.kostaspak.gr και το e mail μου :pak1953@gmail.com
This entry was posted in Uncategorized. Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

*

You may use these HTML tags and attributes: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>