” ΝΑ ΤΑ ΠΟΥΜΕ;” Χριστουγεννιάτικο διήγημα του Κώστα Γεωργόπουλου-Πακιόλου

ΝΑ  ΤΑ  ΠΟΥΜΕ?

 

Ξημέρωναν Χριστούγεννα, Το χωριό ξαπλωμένο στους πρόποδες του Αίνου ξύπναγε πάντα πρωί- πρωί,  από τα χτυπήματα των παιδιών στις  ξύλινες  πόρτες του , για να πούνε  τα κάλαντα.

Και  κάθε  φορά που τα θυμάμαι νομίζω πως βλέπω τους συνομήλικους της παρέας μου κρατώντας στα χέρια τους τα μικρά σιδερένια τρίγωνα, να μου γνέφουν  για τη μεγάλη στιγμή και να ξεμπουζακώνουν τις τσέπες τους, ελέγχοντας έτσι μήπως και ήταν τρύπιες.

 Έπρεπε  κι’  αυτές  να είναι έτοιμες  να δεχθούν τα φραγκοδίφραγκα των νοικοκυραίων.

Τη φορά εκείνη όμως τα πράγματα ήταν εντελώς διαφορετικά.

Ένα από τα μικρότερα παιδιά της παρέας , παίζοντας το κρυφτό μια μέρα  και τρέχοντας πάνω σε κάποια σκαλιά που οδηγούσανε στο δρόμο χτύπησε πάνω σε κάποιο  διερχόμενο αυτοκίνητο.

Το παιδί μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο τραυματισμένο  βαριά και  σε  δύο μέρες πέθανε.

Ήταν η πρώτη φορά που η παρέα των παιδιών του χωριού ερχόταν αντιμέτωπη  με την τόσο  ωμή παρουσία του θανάτου.

Ξέραμε όλοι πως ο Δαμιανός άλλη φορά δεν  θα ξανάλεγε τα κάλαντα μαζί μας  και το τρεμάμενο χέρι της μάνας του, για χρόνια θα χάιδευε μόνο τη φωτογραφία του.

Όμως σαν παιδιά που είμαστε και ο νους μας ήτανε  μόνο στα παιγνίδια , σε λίγες μέρες τα είχαμε όλα  αυτά  κιόλας ξεχάσει.

 

Ερχόταν Χριστούγεννα και είχαμε προετοιμαστεί να γυρίσουμε όσο πιο γρήγορα μπορούσαμε  τα λιγοστά  σπίτια του χωριού λέγοντας τα πατροπαράδοτα κάλαντα, που είχαμε μάθει από τα μεγαλύτερά παιδιά, που τώρα είχαν αποσυρθεί από την ενεργό υπηρεσία.

Η γρηγοράδα μας αυτή βασιζότανε στο ότι έπρεπε να   αιφνιδιάσουμε τους αντιπάλους μας ,που κι’ αυτοί γύριζαν από σπίτι σε σπίτι προλαμβάνοντάς μας.

Όταν θα φθάναμε στο σπίτι που θα λέγαμε τα κάλαντα ,θα έπρεπε να ρωτήσουμε με κείνο το στερεότυπο  που συνηθιζόταν σε κείνη την εποχή: «Να τα πούμε?»

 

Θα ήταν μεγάλη απογοήτευση για μας, να ακούσουμε εκείνο το γνωστό:

«Μας τάπαν άλλοι…»

Αυτό σήμαινε ότι είχαν προηγηθεί άλλοι και εμείς θα έπρεπε  να αποχωρήσουμε άπραχτοι και νικημένοι!

Η ομάδα των πέντε παιδιών εκείνο το πρωί  ήταν έτοιμη να ξεκινήσει κάνοντας αρχή από τα Καλουτσικάτα ,μια ομάδα σπιτιών, που βρισκόντουσαν στο βόρειο μέρος του χωριού. 

 

Ένα από τα παιδιά της παρέας   έπαιζε  ραμόνα ,ένα άλλο   έπαιζε φυσαρμόνικα, με το στόμα και δύο άλλα παιδιά με το συνηθισμένο εύκολο  τρόπο , θα συνόδευαν τους  άλλους , με τα τρίγωνά τους και συγχρόνως θα έλεγαν και τα  κάλαντα.

Εγώ  βρισκόμουν  ανάμεσά τους χωρίς  ιδιαίτερες μουσικές γνώσεις .

 Θα  βοηθούσα την παρέα με το τρίγωνό μου και τα όχι  ιδιαίτερα φωνητικά μου προσόντα.

         

Καλήν  ημέρα άρχοντες

Αν είναι  ορισμός σας

Χριστού την θεία Γέννηση

Να πω στ’ αρχοντικό σας/

Χριστός γεννάται σήμερον

Εν  Βηθλεέμ τη πόλη

Ο ουρανός αγάλλεται

Χαίρει η κτίσις όλη

Εκ της Περσίας έρχονται

Τρεις Μάγοι με τα δώρα

Άστρο λαμπρό τους οδηγεί

Χωρίς να λείψει  ώρα.

 

 

Αυτοί  ήτανε εν ολίγοις  μερικοί στίχοι   από τα παραδοσιακά εκείνα κάλαντα  των Χριστουγέννων ,που διασώζονται ακόμα στη μνήμη μου..

Την πρωτοχρονιά τα κάλαντα άλλαζαν και απ’ ότι θυμάμαι , αρχίζαμε  με το:

 

Πάλιν ακούσατε άρχοντες

Πάλι να σας ειπώμεν

 

Τελειώναμε πάντοτε  παραθέτοντας  ευχές στον ιδιοκτήτη του σπιτιού!

 

Σ’ αυτό το σπίτι πούρθαμε

Πέτρα να μη ραίσει

Κι ‘ ο νοικοκύρης του σπιτιού

Χρόνια πολλά να ζήσει

Να ζήσει χρόνια εκατό

Και να τα διαπεράσει

Ν΄ ασπρίσουν τα μαλλάκια του

Να γίνουν σαν χρυσάφι.

 

 

Τα Φώτα πάλι λέγαμε

 

Σήμερα τα φώτα

Και ο φωτισμός

Και χαρά μεγάλη

Κάτω στον αφέντη μας

Τον Ιορδάνη τον ποταμό.

 

Εκείνο το πρωινό αρχίσαμε   από το πάνω μέρος του χωριού να τα λέμε.

-Έτσι θα προλάβουμε τους άλλους μας είπε ο μεγαλύτερος της παρέας και εμείς οι μικρότεροι συμμορφωθήκαμε στις υποδείξεις του…

Πρώτο –πρώτο σπίτι  στα « Καλουτσικάτα» ήτανε  αυτό του Μαστρογιώργου όπως το λέγαμε.

Τις άλλες μέρες τον ακούγαμε  μ’ εκείνο το ρυθμικό  τακ-τακ  όταν κάρφωνε τις σόλες στα παπούτσια εκείνης της εποχής..

Γι’ αυτό άλλωστε είχε πάρει και τον τίτλο του Μάστορα.

 Μια και ήτανε τσαγκάρης στο πάνω μέρος του χωριού, ο αέρaς  έφερνε  πάντα τα χτυπήματά  του ,στ’ αυτιά  μας όταν φύσαγε βοριάς.

Βρήκαμε ανοικτή την πόρτα της αυλής  του σπιτιού του.

 Ένα ισόγειο με κήπο ήταν το σπίτι του αλλά με πολύ ωραία θέα γιατί φαινόταν όλο το Ιόνιο απ’ το μπαλκόνι του.

Προχωρήσαμε στο εσωτερικό του κήπου

.Δεν υπήρχαν σκυλιά

Ήταν ήσυχοι άνθρωποι..

 Η γυναίκα του  βγήκε   από την κάμαρά της αγουροξυπνημένη , με το νυχτικό της ακόμα  και κάπως ανόρεχτα μας άνοιξε την πόρτα του σπιτιού  και μας υποδέχτηκε για ν’ ακούσει τα κάλαντα.

Θα είχαμε πει περίπου τα μισά κάλαντα , όταν  μας έγνεψε να τελειώνουμε.

Της  είπαμε τα χρόνια πολλά και μας έδωσε ένα δίφραγκο  λίγο σκουριασμένο ,  που ο ταμίας μας όμως  το τσέπωσε αυθωρεί.

Ακριβώς την ίδια στιγμή ακούγοντας το θόρυβο ξεπρόβαλλε κι’ ο  Μαστρογιώργος γεράκος πια,  αλλά ακούραστος και εργατικός,  κρατώντας ένα καλαπόδι στα χέρια του .

Δεν ξέρω πως μας φάνηκε….

Το θέαμα ήτανε αρκούντως  κωμικό ώστε δύο τρεις από την παρέα μας ξέσπασαν στα γέλια, που στο τέλος μας συμπαρέσυραν όλους τους υπόλοιπους.

Αρχίσαμε όλοι μαζί να γελάμε θορυβωδώς αλλά κάπως αμήχανα.

Ευτυχώς χωρίς να παρεξηγηθούμε  είχαμε τελειώσει όλες τις διαδικασίες και τρέχαμε για να προφτάσουμε  να τα πούμε και αλλού..

 Κατηφορίζοντας  το δρόμο  με κουτσοπηδήματα το  επόμενο σπίτι που ήταν  μπροστά μας  ήταν του μπάρμπα Γιοσμά.

Χαμηλό και αυτό και ισόγειο με κατώι και μουράγιο.

 

.Ο Μπάρμπα Γιοσμάς  παλιά ήτανε δικαστικός κλητήρας και τώρα ζούσε από χρόνια συνταξιούχος  με τη θεια  Όλιγα τη γυναίκα του, απέναντι ακριβώς από  το σπίτι του Μαστρογιώργου.

Είχε τη φήμη ιδιότροπου ανθρώπου και εμείς τα παιδιά τον

φοβόμαστε.

Ειδικά  από μια φορά του Άη Γιαννιού του Λαμπαδάρη, που ο Μπάρμπα Γιοσμάς για να μας τιμωρήσει , μας έσβησε τη φωτιά που είχαμε ανάψει , όπως κάναμε πάντοτε από τα παλιά χρόνια την ίδια μέρα σύμφωνα με το έθιμο.

Κι’ όλα αυτά , για να πάρει πίσω τα ξύλα ,που τούχαμε  κλέψει.

Μπορεί να είχε και δίκιο κι’ έτσι δεν του κρατήσαμε κακία.

 Ο Μπάρμπα Γιοσμάς έλειπε   ίσως  στα κτήματα του. εκείνο το πρωινό.

Μας υποδέχτηκε η Θεια Όλιγα υποδειγματική όπως πάντα στα θρησκευτικά της καθήκοντα.

Να τα πούμε θεια  Όλιγα?

-Ίσια – ίσια  να τα πείτε παιδιά μου, σας περίμενα!

Κρατούσε στα χέρια της το λιβανιστήρι και κατά τη συνήθεια της λιβάνιζε. για το καλό της ημέρας.

Αφού τελειώσαμε ,είπαμε  τα χρόνια πολλά,  μας τρατάρισε συντρίτσουλα πεντανόστιμα ,που έφτιαχνε η ίδια  για το καλό του χρόνου και μας έδωσε  στο τέλος  κι’ ένα δίφραγκο.,

  Από το πολύ σιρόπι όμως  που είχαν  επάνω τους τα συντρίτσουλα,  γεμίσανε τα δάχτυλά μας  μέλι  και  φεύγοντας σταματήσαμε στο δρόμο σε μια….  λακούβα  (λόμπο) με πολύ νερό και τα ξεπλύναμε.

Στο σπίτι  του  Μπάρμπα Φάνη που ήταν λίγο πιο πέρα  μας έδωσαν δύο  φράγκα και  μελομακάρονα.

Ως τώρα καλά είχαν πάει τα πράγματα και το κυριότερο δεν είχαμε αντιμετωπίσει σκυλιά.

 

Στη γειτονιά έμενε τώρα ο Μπάρμπα Πατιστής.

 Είχαμε να αντιμετωπίσουμε δύο προβλήματα εκεί.

.Το  πιο σοβαρό   ήταν ο σκύλος του ο Αράπης που είχε πάρει το  όνομά του ,από το χρώμα του.

Καθώς ήταν κατάμαυρος και επιθετικός είχε γίνει το φόβητρο των παιδιών του χωριού.

Το άλλο ήτανε πως ο Μπάρμπα Πατιστής δεν άκουγε σχεδόν καθόλου και καθώς ο σκύλος του δεν ήταν  δεμένος υπήρχε φόβος, να δαγκώσει κανένα παιδί.

 Όσο κι’ αν  φωνάζαμε  θα    ήταν  αδύνατο  να ακούσει.

Μπήκαμε λοιπόν στην αυλή του ,ανεβήκαμε τη σκάλα και φθάσαμε  στο μώτζο ,μπροστά στην πόρτα της εισόδου, που όπως στα περισσότερα σπίτια του χωριού έτσι και εδώ, έμενε σχεδόν  πάντοτε ανοιχτή.

Παρ’ όλο που η πόρτα ήταν ανοιχτή εμείς δεν μπήκαμε ,αλλά χτυπήσαμε πρώτα το μάνταλο.

Ρωτήσαμε αν θέλουν να τους πούμε τα κάλαντα  και μας έδωσαν ευχαρίστως την άδεια..

Αφού τελειώσαμε  η Θεια Αγγελική η γυναίκα του μια πολύ γλυκιά κυρούλα , μας κέρασε δίπλες και μας έδωσε ένα ολοστρόγγυλο  τάλιρο.

Αμφιβάλλω βέβαια αν ο Μπάρμπα  Πατιστής άκουσε τα κάλαντα, που η γυναίκα του είχε τόσο γενναιόδωρα  χρυσοπληρώσει.

.Καθώς όμως  κατεβαίναμε τα σκαλιά του  μώτζου,  ο αράπης που ως τότε ήταν  κρυμμένος η απουσίαζε μας επιτέθηκε.

Με άγριες  γαυγισιές  μας κυνήγησε και έξω ακόμα από τα  χωρικά  του ύδατα. Κουτρουβαλούσαμε όλοι μαζί καθώς ήτανε και κατηφορικός ο δρόμος κι από πίσω ο σκύλος όλο και κοντοζύγευε.

 

Καθώς ο ταμίας μας έτρεχε για να αποφύγει το σκύλο, κάπου μπερδεύτηκε ,έπεσε και το χειρότερο τα  φράγκο – δίφραγκα  σκορπίστηκαν γύρω του στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα.

Εγώ που από μικρός δεν φοβόμουν τους σκύλους ανάλαβα να  καθαρίσω μαζί του  και μέσα  σε τέσσερα δευτερόλεπτα είχα διώξει τον Αράπη κι’ έτσι οι άλλοι της παρέας ,ανενόχλητοι μάζεψαν τα σκορπισμένα φράγκο-δίφραγκα.

Συνεχίσαμε τα κάλαντα στο κάτω μέρος του χωριού χωρίς ιδιαίτερα περιστατικά..

Σε δύο τρία σπίτια μας είπαν ότι τους τα είπαν άλλοι κι’ έτσι εξοφλήσαμε νωρίς.

Ήταν ακόμα πρωί εννιά η ώρα ,παραμονή Χριστουγέννων και το μυαλό μας πήγαινε στο μοίρασμα των χρημάτων που είχαμε μαζέψει  και στο παιγνίδι που θα επακολουθούσε  μετά με τα άλλα παιδιά.

Μας περίμεναν τις άλλες χρονιάρες μέρες, ένα σωρό παιγνίδια, που από έλλειψη χρημάτων είχαν προσωρινά παραμεληθεί.

Πίτσι, αμάδες, μπούζοι, στριφτό. αλλά και  τα παιγνίδια  της  τράπουλας, που από  καιρό  είχαμε εξοικειωθεί μαζί τους.

Είχαμε επαρκείς γνώσει σχεδόν  για όλα τα παιγνίδια που παίζονταν τότε στο χωριό.

 Από τριανταένα  μέχρι και  πόκα ξέραμε εκείνη την εποχή .

Βέβαια αυτά γινόντουσαν μόνο κατά την περίοδο των εορτών

και λίγο αργότερα.

Όλο κάτι τέτοια σκεφτόμασταν καθώς πλησίαζε το τέλος της αποστολής μας.

 

Έμενε ακόμα ένα σπίτι που δεν το είχαμε επισκεφθεί ,που όμως  ήταν έξω από το χωριό   και  λίγο απομεμακρυσμένο.

Επειδή όμως πάντα ο ιδιοκτήτης του, που συνέβαινε να είναι

εύπορος ,μας έδινε συνήθως ένα τάλιρο, είπαμε να πάμε και κει.

Φθάσαμε στην πόρτα του τη σιδερένια με τα σιδερένια κάγκελα  Το σπίτι ήτανε κτισμένο  πάνω στο κεντρικό δρόμο. Ήτανε ένα είδος εξοχικού σπιτιού με ωραίο μπαλκόνι που έβλεπε τη θάλασσα και  με υπόγειο.

 Είχε  γαλλικά ξύλινα  παράθυρα και φροντισμένο αρχιτεκτονικό,

 Από το  κεφαλόσκαλο ξεκινούσαν δύο σκάλες.

Η μια  ανατολική οδηγούσε στη δεξαμενή με το αντλιοστάσιο και η δυτική στο περιβόλι με  το κοτέτσι ,τα οπωροφόρα και τις πορτοκαλιές.

Μπήκαμε και σταθήκαμε στο κεφαλόσκαλο .

Η πόρτα άνοιξε και ο ιδιοκτήτης μας κοίταξε με βλέμμα συγκαταβατικό σα να είχε καταλάβει το σκοπό της αφίξεώς μας

Αφού είπαμε τα κάλαντα μας πήρε μαζί του κατεβαίνοντας από την ανατολική σκάλα.

-Ε!  Ελάτε να σας δώσω πορτοκάλια, μας είπε.

Αυτό σήμαινε πως δεν θα μας έδινε το τάλιρο που συνήθιζε να μας δίνει τις άλλες χρονιές ;

 Δεν ξέραμε τι να υποθέσουμε.

Το χειρότερο είναι όμως πως  λίγο αργότερα  και καθώς εμείς ανεβαίναμε από τη σκάλα φορτωμένοι πορτοκάλια, εκείνη ακριβώς  την ώρα η γυναίκα του ιδιοκτήτη  έβγαινε από την πόρτα του σπιτιού κρατώντας μια μακριά σκούπα, που προφανώς χρησιμοποιούσε νωρίτερα στο εσωτερικό του σπιτιού.

Νομίζοντάς μας για κλέφτες πορτοκαλιών από το περιβόλι της

άρχισε να μας βαράει  με τη σκούπα με απίστευτη σφοδρότητα παρά τις διαμαρτυρίες μας.

Ένα απ’ τα παιδιά της παρέας κατρακύλησε  στη σκάλα μαζί με τα πορτοκάλια και με ένα ελαφρό  στραμπούληγμα στο πόδι του.

 Οι άλλοι  εμείς  μόλις και καταφέραμε να διασωθούμε  με μερικές …μπαστουνιές αλλά χωρίς τα πορτοκάλια. που κατρακύλησαν όλα στις σκάλες.

Τα Χριστουγεννιάτικα κάλαντα τουλάχιστον  εκείνη τη χρονιά κατέληξαν σε φιάσκο!

 

 

           Χριστούγεννα του 2014-12-25

             Κώστας Γεωργόπουλος = Πακιόλος

              25/12/2014 12:09:26 μμ

 

 

About Κώστας Γεωργόπουλος

Γεννήθηκα στην Κεφαλονιά ,Τελείωσα το Βαλλιάνειο Γυμνάσιο Κεραμιών με το άριστα (19,40). Μπήκα πρώτος με το άριστα(9.ο9) χωρίς φροντιστήριο στις προσαρτημένες σχολές του Ε.Μ.Π. (ΣΥΠ) όπου πήρα πτυχίο ισότιμο πολιτικού μηχανικού Τ.Ε Προτού υπηρετήσω στρατιώτης εργάσθηκα στο Υπουργείο Αποκαταστάσεως σεισμοπλήκτων νήσων στο Κ8 γραφείο με προιστάμενο τον πολ.μηχ.Κέπετζη και εν συνεχεία στο γραφείο Νομομηχανικού Κεφαλονιάς με προιστάμενο τον πολ.μηχ. Κουκλάδα . Επέβλεψα διάφορα έργα όπως το Σουηδικό Νοσοκομείο Σάμης ,δωρεά της Σουηδίας που στον καιρό του προσέφερε πολύτιμες υπηρεσίες στους σεισμοπαθείς της Κεφαλονιάς. Μετά το στρατιωτικό εργάσθηκα στην τεχνική εταιρία Φραγκάκου -Φραγκάκη που κατασκεύασε τα κυριότερα κτίρια του Δημοσίου στο Αργοστόλι όπως το Διοικητήριο ,το Μουσείο και το Δικαστικό Μέγαρο Επέβλεψα την κατασκευή του Μουσείου και του Δικαστικού μεγάρου. Επέβλεψα επίσης πολλές ιδιωτικέ κατοικίες στο Αργοστόλι που κατασκευάσθηκαν από την Τ.Εταιρία Φραγκάκου , όπως και ολόκληρο το χωριό Προκοπάτα που κατασκεύασε η εταιρία με δαπάνες του εφοπλιστή Μαρκεσίνη. Η αποχώρηση από την εταιρία έγινε με δική μου βούληση για λόγους οικογενειακούς. Μετά την αποχώρησή μου από την Εταιρία εργάσθηκα στο Υπουργείο Γεωργίας -(Τοπογραφική υπηρεσία-) εκτελώντας διάφορα έργα ανά την Ελλάδα τοπογραφικής κυρίως φύσεως όπως χαράξεις αρδευτικών έργων στο έδαφος,αποτυπώσεις εκτάσεων και κτηματολόγια,.ρυμοτομίες σε πόλεις και χωριά και διανομές εκτάσεων σε ακτήμονες.Στη Θεσσαλία και στην Πελοπόννησο εκτέλεσα επίσης( ύστερα από εφαρμογές χαράξεως αρδευτικών έργων στο έδαφος και συντάξεως κτηματολογικών στοιχείων ) αναδασμούς σε εκτάσεις 200000 και πλέον στρεμμάτων , που συνετέλεσαν τα μέγιστα στην ανάπτυξη του Γεωργικού εισοδήματος της χώρας συγκεντρώνοντας την κατατεμαχισμένη ιδιοκτησία των αγροτών και εξοπλίζοντας με τεχνολογικό υπόβαθρο , τα κατά τα άλλα πλούσια εδάφη τους , με νερό, δρόμους επικοινωνίας και καλή αποστράγγιση. Το 1974 έκανα μεταπτυχιακό ( master) στο Saint Gall Ιnst.(SSPO) της Ελβετίας στη Φωτογραμμετρία αποκτώντας ένα διεθνές Diploma στο αντικείμενο αυτό.. Αυτό με λίγα λόγια υπήρξε το έργο μου.. Είμαι ήδη συνταξιούχος του Δημοσίου και τον περισσότερο χρόνο μου αναλώνω στην Κεφαλονιά οπου και μένω στο χωριό Μουσάτα με τη σύζυγό μου. Ασχολούμαι με τη συγγραφή καθώς και με την ποίηση .Διατηρώ μια λογοτεχνική ιστοσελίδα και εκεί δημοσιεύω τις εργασίες μου,που δεν έχουν εκδοθεί (Διηγήματα,χρονικά ,ευθυμογραφήματα ιστορικά και δοκίμια) αλλά επίσηςλυρική και σατιρική ποίηση δική μου και του πατέρα μου.Ο πατέρας μου υπήρξε καταξιωμένοος σατιρικός ποιητής, συνεργάτης του σπουδαίου Μολφέτα στο φημισμένο ΖΙΖΑΝΙΟ της Κεφαλονιάς.Το καλοκαίρι του 2ο14 εξέδωσα ολόκληρο το ποιητικό μου έργο και το φθινόπωρο του ίδιου χρόνου καταξιώθηκα ένα Α βραβείο σε έναν διεθνή διαγωνισμό για τη ρότα του Οδυσσέα που είχε προκηρύξει η UNESCO..H ιστοσελίδα μου είναι: www.kostaspak.gr και το e mail μου :pak1953@gmail.com
This entry was posted in Uncategorized. Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

*

You may use these HTML tags and attributes: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>