Η ΣΑΤΙΡΑ ΣΤΗΝ ΚΕΦΑΛΟΝΙΑ

                                                         24/3/2010 10:03:01 πμ

Η ΣΑΤΙΡΑ  ΣΤΗ   ΚΕΦΑΛΟΝΙΑ

 

Η λέξη Σάτιρα  χάνεται στους αιώνες. Φαίνεται ανάμεσα στις πολλές εννοιολογικές εξηγήσεις ,που κατά καιρούς έχουν δοθεί ,μία κατά τη γνώμη μου συγκεντρώνει τις πιο πολλές πιθανότητες της ορθής αναφοράς.

Η λέξη λοιπόν προέρχεται από τις αρχαίες εορτές της θεάς Δήμητρας ,

που ελάμβαναν χώρα στην Ελευσίνα  και όπου εκεί οι εορτάζοντες  είχαν την συνήθεια  να αλληλοπειράζονται εμμέτρως.

Δεν είναι τυχαίο ότι στις μέρες μας  η μάλλον λίγο παλιότερα διάφοροι ριμναδόροι  στα χωριά της Κεφαλονιάς,  σε πανηγύρια  η γάμους  η σε άλλες γιορτές  ,με σατιρικούς στίχους  και αλληλοπειράγματα διασκέδαζαν τους συνδαιτημόνες τους και προκαλούσαν το ενδιαφέρον του κοινού.

 

Το έθιμο προέρχεται  από τις αρχαίες εκείνες εορτές  της θεάς Δήμητρας.

Οι πιο κορυφαίοι ριμναδόροι  Κεφαλονίτες , που διέπρεψαν στην τέχνη αυτή ήταν ο Αναστάκος* και ο Κάγκας** ,όπως αναφέρει ο Ανδρέας Καλογηράς.

Αλλά στα πιο πολλά χωριά της Κεφαλονιάς υπήρξαν ριμναδόροι ,που άφησαν  εποχή με τα σατιρικά πειράγματά τους.

΄Οπως στον Καραβάδο  λ.χ. που ακούγονταν τα ονόματα του Βαγγέλη Στεφανάτου ,του Βαγγέλη Πεταλούδη  ,του Σπύρου Θεωδοράτου η Πιπινέλη ,του Γεράσιμου και Παναγή Στεφανάτου,του Γεράσιμου Μαρτσέλου  και του Γεράσιμου Καραβά.

 

Εδώ θα παραθέσω  μια σατυρική αψιμαχία  που διεξήχθη μεταξύ του

Γ.Στεφανάτου και του Πετρή σ ένα χορό στο πανηγύρι του Αγίου Κωνσταντίνου στον Καραβάδο.

Λέει λοιπόν ο Στεφανάτος αποτεινόμενος στον Πετρή, που χορεύει μπροστά:

 

«Για πινωμή του μπροστινού

 θα πω ένα τραγουδάκι.

Εφκειά τα ρούχα που φορείς

 ειν’ του Χριστοφοράκη».

 

Εννοεί δηλαδή ότι τα ρούχα του προέρχονται από ελεημοσύνη και του τα είχε δώσει ο Χριστοφοράκης ο Βαλλιάνος.

Ο Πετρής όμως δεν τα χάνει και σχεδόν αμέσως του απαντά:

 

«Καλά τα λες βρε χορευτή

 οπώχεις τη σελίδα

Μα δεν κοιτάς τα μούτρα σου 

οπούναι σαν τη γίδα?».   

Τέτοιους ριμναδόρους απαντάμε και στη Θηνιά  ,όπως το Μικέλη Χαλικιά το Γιάννη Γασπαράτο ,τον Αντώνη Γασπαράτο  και άλλους.

Στα Δειληνάτα απαντάμε τον Σπύρο τον Καππάτο η Μύρουλα ,τους Χαράλαμπο και Λεωνίδα Βικάτο .

Στον Ελειό  έχουμε τον τ0ον παπά Στάθη Τζαβάγια, που λειτουργούσε στα Αργίνια  και στα Βλαχάτα Εικοσιμίας ,το Διονύση Χριστάτο ,το Θάνο Μιχαλάτο ,το Μικέ3λη Πυργισιάνο και τον Ηρακλή Αλιβιζάτο.

 

Ο Ανδρέας Καλογηράς που μας παρέχει τις πληροφορίες αυτές δημοσιεύει

κι ένα οκτάστιχο, που αξίζει τον κόπο να παραθέσουμε εδώ μια και σχετίζεται με τα Βλαχάτα και που σίγουρα προέρχεται  από τα αλληλοπειράγματα των ριμναδόρων.

 

«Τση 17 τ Αλωναριού

και τσι είκοσι του μήνα

πανηγυράκι γίνεται

εις την Αγιά Μαρίνα

 

Σαν τι τραγούδι να σου πω

πουλί μου να σ αρέσει?

Η μια σου μάντα να σαπεί

κι η άλλη νασουπέσει.»

 

Σε κάποιο χωριό της Λειβαθούς  κινδύνεψαν να λυντζάρουν  τον ριμναδώρο Κάγκα, που για άγνωστους προσωπικούς λόγους ένα απόγευμα Σαββάτου σε ένα γάμο ,θέλοντας να κοροιδέψει το γαμπρό και τη νύφη  απάγγειλε το πιο κάτω τετράστιχο:

 

Απόψε γάμος γίνεται

καλός κι ευλογημένος

Η νύφη είναι στραβόκωλη

και ο γαμπρός σπασμένος.

 

Kάποτε στα χωριά της Εικοσιμίας είχε παρουσιαστεί λύσσα, οπότε ένας ριμναδόρος από το Πυργί έλεγε:

 

«Πολλοί σκύλοι λυσιάξανε

λυσιάξαν κι οι γαιδάροι

του Παναγάκη του Κουπέ

τούμεινε το σαμάρι.»

 

Τέλος στη Σάμη και το Πυργί είχαμε ριμναδόρους τον Παναγή Καβαλιεράτο και τους Διονύση και Χαράλαμπο Δανάλη .

Στο Ρατζακλί τον Καπέ και Σταύρο Σολωμό, στην Έρυσσο το Γεράσιμο Τζουγανάτο και Γεράσιμο Γαλιατσάτο.

Στο Ληξούρι έχουμε  σαν κυριώτερους εκπρόσωπους της σατιρικής ρίμνας

το Μαλιώρη  και Ματζαβίνο.

 

 Από τους αρχαίους μας εκείνους και αφανείς ριμναδόρους της θεάς Δήμητρας  ξεπήδησαν  οι μεγάλοι σατιρικοί της αρχαιότητας ,ο Αρχίλοχος ο Πάριος,ο Μένιπος εκ Γαδάρων και ο Σιμωνίδης.

Ακόμα όμως πιο σπουδαιότερος όλων ο πολύ αργότερα Αριστοφάνης .

Ο Αριστοφάνης ετελειοποίησε το λογοτεχνικό αυτό είδος ,με τις άφθαστες κωμωδίες του ,αλλά  και με την καυστικότατη σάτιρά του ,που έγινε η αιτία

να οδηγηθεί ο μεγάλος φιλόσοφος Σωκράτης στην καταδίκη του και στο κώνειο. 

Στα Ρωμαικά και Βυζαντινά χρόνια αναπτύχθηκε  κάπως πιο αργά η σάτιρα και μόνο στον 12ο  αιώνα  έχουμε την εμφάνιση ενός αξιόλογου  σατιρικού  του Φτωχοπρόδρομου.

Στα χρόνια του Τρικούπη  άρχισε πάλι μια κάποια  αναζωπύρωση και αργότερα στη μετατρικουπική Ελλάδα ,μέσα σε ένα κλίμα που ευνοούσε

την ανάπτυξη της σάτιρας, διακρίνουμε μια πλειάδα σατιρικών ποιητών που ανθούν παράλληλα με τους σατιρικούς ποιητές των νησιών μας ,στα άλλα μέρη της Ελλάδας, όπως ο Σουρής στην Αθήνα.

Στη Σατιρική Ανθολογία (τόμος Α σελ 9)εκδόσεως της Εταιρίας Ιστορική Έρευνα  διαβάζουμε σχετικά:

«…Αλλά η περιοχή όπου η Σάτιρα καλλιεργήθηκε  με συνέπεια και πίστη στην αξία της και πρόσφερε πολυάριθμους και αξιόλογους σατιρικούς ,που μερικά από τα έργα τους παραμένουν και θα παραμείνουν στην ιστορία της Λογοτεχνίας μας, σαν λογοτεχνικές επιτεύξεις ανυπολόγιστης αξίας, είναι ασφαλώς τα Επτάνησα.

 

Οι Επτανήσιοι και κυρίως οι Ζακυνθινοί και οι Κεφαλονίτες  είναι από τη φύση τους είρωνες, φαιδροί, έτοιμοι να αντιμετωπίσουν σε κάθε στιγμή την κακοήθεια και την υποκρισία  με το χαλύβδινο  φραγγέλιο της Σάτιρας  

Η Κεφαλονιά όμως απ’ όλα σχεδόν τα Επτάνησα ,γίνεται το επίκεντρο της σατιρικής αποθέωσης καθώς αναστήματα όπως αυτό  του Ανδρέα Λασκαράτου ,του Μικέλη Άβλιχου, του Γεώργιου Μολφέτα  και των συνεργατών του  κατακτούν όλα τα μήκη και τα πλάτη της Υφηλίου.

Δεν θα μπορούσε να γίνει και αλλιώς ,γιατί όπως λέει ο Λασκαράτος στο ποίημά του «Γιατί τα τάλαρα τα λένε τάλαρα»το Ληξούρι  φτιάχθηκε πρώτο- πρώτο από το Δημιουργό.

 

«..Όντες έπλασε ο Θεός την οικουμένη

το Ληξούρι και τόσους άλλους τόπους

Είπε: Α ! Τώρα δε μου μένει

παρί να φτιάξω γιε  μου και τσ’ανθρώπους

Και κει που κράτιε τον Αδάμ στερνώνε

τούπε:Συ νάσαι Αδάμ το ζω του ζώνε.»

  

Ο Θεός επομένως που κατά το Λασκαράτο έπλασε το Ληξούρι πρώτο έδωσε στους Κεφαλονίτες προίκα τη σάτιρα και πολύ περισσότερο στους Ληξουριώτες.

Έτσι το χάρισμα της σάτιρας είναι έμφυτο σε μικρούς και μεγάλους.

Το πείραγμα η το σκώμα όπως αλλιώς ονομάζεται ,είναι στα χείλη του κάθε κάτοικου αυτού του Νησιού.

Ο Σατιρικός ποιητής κατά το Λασκαράτο δεν χωρατεύει. « Έχει πάντα μαζί του ένα βαλιτζάκι γεμάτο με χειρουργικά εργαλεία.

Από αυτά άλλα κόβουνε, άλλα τρυπάνε και άλλα ξεσκλιούνε.

Όταν ο σατιρικός ποιητής συγκαταβαίνοντας χαυδεύει ,χαυδεύει με τα νύχια του και είναι τούτο η μόνη συγκατάβαση που μπορεί να κάνει.»

 

 Ο Ανδρέας Λασκαράτος βαθυστόχαστος σατιρικός και περισσότερο φιλόσοφος γεννήθηκε στο Ληξούρι στην εποχή της Αγγλοκρατίας  το 1811

και στην Επανάσταση του 21 ήταν δεκάχρονο παιδί.

Στο κλίμα μιας εποχής που η Θρησκεία κατά ένα μεγάλο της μέρος  υπήρξε θύμα αμαθών ιερωμένων και μεσαιωνικών προλήψεων ο Λασκαράτος εξαπολύει τους σατιρικούς μύδρους του εναντίον τους  και εκδίδει το βιβλίο του-δοκίμιο «Τα Μυστήρια της Κεφαλονιάς»

Εκεί στηλιτεύει ορισμένους κληρικούς και ιερωμένους της εποχής που με τα έργα τους διαστρεβλώνουν τον γνήσιο χαρακτήρα της Χριστιανικής Θρησκείας.

Χτυπάει αλύπητα τις προλήψεις η «αίρεσες» όπως τις αποκαλεί  χρησιμοποιώντας τη γλώσσα του ντόπιου ιδιωματισμού της εποχής ,για να γίνεται ευκολότερα κατανοητός από τα  πλήθη.

 

Το βιβλίο αυτό όπως και μερικά άλλα του ποιήματα γίνονται αφορμή να αφορισθεί από την Ιερή Σύνοδο .

Ακολουθεί περίοδος διωγμών ταπεινώσεων και τρομοκρατικής εναντίον του εκστρατείας.

Εξορίζεται στη Ζάκυνθο και παρ όλες τις διώξεις μένει απτόητος και άκαμπτος σαν άλλος Γαλιλαίος.

Εκδίδει στη Ζάκυνθο την σατιρική εφημερίδα «Λύχνος» και από τις σελίδες της εξακολουθεί τη γνωστή πολεμική του.

Η γυναίκα του αχώριστη και ειλικρινής σύντροφός της ζωής του, του συμπαραστέκεται και τον ενθαρρύνει.

Εκείνος έμπλεος ευγνωμοσύνης της αφιερώνει το θαυμάσιο και μεστό λυρισμού ποίημά του –σονέτο. «Λονδίνο τα 1851»για να δείξει έτσι και το άλλο του πρόσωπο, αυτό που  διαπνέεται από έναν έξοχο και λεπτότατο  λυρισμό γεμάτο  με ένα γνήσιο συναίσθημα και με γοητευτική καθαρότητα πνεύματος.

       Εις Λονδίνον  τα 1851

Εικόνα αγαπητή της γυναικός μου

τώρα έλα  καν εσύ στη συντροφιά μου

κατοίκα πάντα μέσα στη καρδιά μου

και φύλα με οχ τσι πλάνεσες του κόσμου

 

Εσύ για με Προστάτης  Άγγελός μου

άμεμπτα φύλαε τα πατήματά μου

και προτού σκοτισθούν τα λογικά μου

πρόλαβε ,τρέξε συ και λάμψε εμπρός μου

 

Ναι ,το φως σου ξυπνάει την αρετή μου

και πιστόνε  σ’ εσένα  με βασταίνει

γιατί τόσο σ’ αισθάνομαι δική μου

 

Τόσο με την ψυχή μου ζυμωμένη

που δεν ηξέρω πλέον στη διαλογή μου

πως να σε πω ,γυναίκα μου η ψυχή μου.

 

Αλλά εκεί που ο Λασκαράτος είναι ασυναγώνιστος είναι στους «Χαρακτήρες»του.

Στα πεζά του αυτά αφηγήματα περιγράφει και κατατάσσει τους ανθρώπους

σε διάφορους τύπους, όπως θα λέγαμε σήμερα.

Στον « μεμψίμοιρό» του για να δούμε ένα δείγμα γραφής του διαβάζουμε:

«..Ο μεμψίμοιρος ,κοινώς λεγόμενος κλαούνης ,είναι αντίθετος ,ο αντίπους του παινεσιάρη και πάντα κλαίεται …πως δε έχει.

΄Ηθελε τον ειπεί κανείς φιλάργυρο ,αλλά δεν είναι τέτοιος.

Ο κλαούνης  κλαίεται  ,για να κλαίεται ,επειδή έτσι τόχει η μοίρα του…»

Από πολλούς κριτικούς της εποχής ο Λασκαράτος στο επίπεδο αυτό συγκρίνεται με τον Θεόφραστο ,που έγραψε πρώτος αυτός τους

« χαρακτήρες».

Χωρίς να παραγνωρίζουμε βέβαια την αξία των σατιρικών του ποιημάτων τα πεζά του κατέχουν επάξια την πρώτη θέση στα προιόντα της  σάτιρας που χάρισε η Κεφαλονιά στον υπόλοιπο κόσμο από τα μέσα ως τα τέλη του 19ου αιώνα.

Οι Κριτικοί της εποχής* όπως ο Πολύβιος Δημητρακόπουλος αποκάλεσε το Λασκαράτο «μέγιστο σατιρικό ποιητή της νεωτέρας Ελλάδος»

Ο Λίνος Πολίτης αντίθετα άσκησε δυσμενή κριτική  για το Λασκαράτο, ότι ο Λασκαράτος δεν είναι λυρικός ποιητής και οι σάτιρές του καταντούν  πολλές φορές κουραστικές.

Ο Ανδρέας Καραντώνης και ο Μαρίνος Σιγούρος έκαναν αρνητικές  επίσης κριτικές για το Λασκαράτο.

Αντίθετα ο Ι.Μ.Παναγιωτόπουλος, οΓρηγόριος Ξενόπουλος και ο Αλέκος Παπαγεωργίου τον θεωρούν όχι μόνο μεγάλο σατυρικό αλλά φιλόσοφο και πεζογράφο. 

Τριάντα σχεδόν χρόνια μικρότερος σε ηλικία ,ένας άλλος μεγάλος σατιρικός ανδρώνεται πλάι στο Λασκαράτο κι αυτός δεν είναι άλλος από

τον Μικέλη ΄Αβλιχο

Μοναχικός και παραγνωρισμένος δημοσιεύει πολλές φορές τα ποιήματά του στον τοπικό τύπο της Κεφαλονιάς ,που είναι πραγματικά δηκτικά  αριστουργήματα.

Ο Άβλιχος από το ..βαλιτζάκι του ανασύρει,όπως λέει ο Λασκαράτος τα εργαλεία εκείνα της σάτιρας, που κυριολεκτικά ..ξεσκλιούνε  τα θύματά του

και είναι τα πιο επώδυνα.

Οι πιο κάτω στίχοι του το μαρτυρούν και είναι γραμμένοι για κάποιους αμαθείς και βέβηλους, που εξακολουθούν να υποβαθμίζουν  το πανανθρώπινο  πνεύμα της χριστιανικής Θρησκείας  εξυπηρετώντας άνομα και ποταπά συμφέροντα.

 

«…Διάκοι του Βάαλ δεν είναι δικός σας

αυτός της φάτνης ο μικρός Χριστός

Πομπές θεοπομπές το ιδανικό σας

κι είναι ο Θεός σας, σαν και σας μιαρός»

 

Το λιγοστό μα εκλεχτό έργο του σκορπισμένο και αγνοημένο συγκεντρώθηκε από το φίλο κ. Χαράλαμπο Λιναρδάτο  τραπεζιτικό και πνευματικό άνθρωπο και εκδόθηκε το 1962.

Έτσι τουλάχιστον διασώθηκαν τα λιγοστά και εκλεχτά του ποιήματα . που δίκαια απέσπασαν τον θαυμασμό του μεγάλου μας ποιητή Κωστή Παλαμά

που σε ποίημά του, που απευθύνει στον Άβλιχο ,τον αποκαλεί συνάδελφο.

Σε απάντηση προς τον Παλαμά ο Αβλιχος γράφει ένα σονέτο ,που μπορώ να το χαρακτηρίσω σαν ένα συλλεκτικό κομμάτι  αφάτου λυρικού κάλους.  Είναι ένα ιαμβικό ενδεκασύλλαβο.

 Ιδού μερικοί του στίχοι:

 

Συνάδελφο με κράζεις ποιητή

Εσύ πηγή ύδατος αλομένου

Νάμα ψαλμού  ζωής Πατρίδας αίνου

που αιώνια Ελλάδα βουίζει θαυμαστή

 

Κι άμποτες απ αυτό να ποτιστεί

το χώμα αυτού του τόπου του καμένου

και νάναι κι η βουλή του πεπρωμένου

ξανά με δάφνες νέες να στολιστεί.

 

Διαχρονικές αλήθειες ,που λες και γράφτηκαν πρόσφατα  ,από έναν σατιρικό ποιητή ,που τον περισσότερο χρόνο του τον ξοδεύει στηλιτεύοντας

τα στραβά και τα ανάποδα της κοινωνίας μέσα στην οποία ζει αποτραβηγμένος και περιθωριοποιημένος.

Ωραίο είναι και το επίγραμμά του σε γιατρό που πέθανε εκείνη την εποχή.

 

ΣΕ ΓΙΑΤΡΟ

 

Για το γιατρό που πέθανε

 ολίγοι στην κηδεία του

Την έστειλε για υποδοχή

μπροστά την πελατεία του.

 

Το 1917 ωστόσο  πεθαίνει και ο ίδιος σ ένα θάλαμο του Νοσοκομείου Αργοστολίου ,ο μεγάλος αυτός σαρκαστής ,αφήνοντας το έργο του στην ιστορία.

Τον ίδιο καιρό που στην Κεφαλονιά ζει ακόμα ο Λασκαράτος σε βαθιά γεράματα και ο ο Μικέλης ΄Αβλιχος αποτραβηγμένος από τον κοινωνικό του περίγυρο  σμιλεύει τις σάτιρές του,* στο Αργοστόλι ένας άλλος σατιρικός ποιητής ο μεγάλος Μολφέτας  με ένα επιτελείο επιλεγμένων και άξιων συνεργατών  καταγίνεται με την καλλιέργεια της καθαρής  πλέον Κεφαλονίτικης σάτιρας.

Κι αυτό γιατί όπως λέει και ο ανθολόγος Κώστας Βαλέτας στις δοκιμιογραφικές του απόπειρες ,ο Μολφέτας  μεγάλος βέβαια σατιρικός,

θα ήταν ακόμη μεγαλύτερος και αυτού του Γεωργίου Σουρή ,αν δεν καταγινότουνε με τόσο έντονο πάθος στις προσωπικές του σάτιρες.

Πρόσωπα  της κοινωνίας του Αργοστολιού , ήθη ,έθιμα, περιστατικά της εποχής που διακωμοδούνται και στηλιτεύοντα,ι  άλλοτε με το γάντι και άλλοτε με το σατυρικό νυστέρι του σατιρικού ποιητή, από  τις στήλες της πιο κοσμαγάπητης εβδομαδιαίας σατιρικής εφημερίδας της εποχής ,το αλησμόνητο «Ζιζάνιο».

Αλλά ας παραθέσουμε τα πράγματα από την αρχή.

Ο μεγάλος αυτός σατιρικός μας ο Γεώργιος Μολφέτας γνήσιος απόγονος

του Λασκαράτου και αντάξιος, αν όχι ισάξιος του Σουρή ,έδωσε με τους υπέροχους στίχους του, ότι καλύτερο ,θα μπορούσε να δώσει ,ένας μαίτρ του είδους.

 

Γεννημένος το 1871  στο Αργοστόλι  τελείωσε το Γυμνάσιο εκεί γνωρίζοντας άριστα τρεις γλώσσες και παίζοντας κιθάρα ,με τόση απαράμιλλη γλυκύτητα ,ώστε να είναι περιζήτητος στις λογοτεχνικές συντροφιές της εποχής  και δικαίως να αποκαλείται ο μάγος της κιθάρας.

 

Το 1889  παρορμώμενος από το ακατανίκητο πάθος της σάτιρας και με το λεπτό χιούμορ που τον διέκρινε εκδίδει στο Αργοστόλι την πρώτη σατιρική εφημερίδα «Κολόμπο». Δείγμα γραφής του ,που φαίνεται κιόλας το πηγαίο ταλέντο του αποτελούν οι εξής στίχοι του, που δημοσιεύονται λίγο πριν τις εκλογές στην εφημερίδα του.

          

«..Εμπρός λοιπόν τι κάθεστε?

η εκλογή πλακώνει

Γονείς απ τα παιδιά σας

σηκώστε τη μιλιά

Νυν αρπαχθείτε απ το λαιμό

φιλήσυχοι γειτόνοι

και σεις μωρέ γυναίκες

πιασθείτε απ τα μαλλιά.»

 

Το 1890 σπρωγμένος απ τον πατέρα του, που θέλει να τον κάμει δικηγόρο

διακόπτει την έκδοση της εφημερίδας και εγγράφεται στο Πανεπιστήμιο Αθηνών για νομικές σπουδές.

Όμως και κει ο σατιρικός δαίμονας που τον ακολουθούσε πάντα ,δεν τον αφήνει ήσυχο.

Παρακινημένος από το μεγάλο ευθυμογράφο Κεφαλονίτη Θέμο Άννινο

εκδίδει το δεύτερο σατιρικό του φύλλο ,τον «Αίσωπο».

Ήδη ο εκδότης της Ακροπόλεως Βλάσης Γαβριηλίδης τον καθιερώνει σαν ταλαντούχο  σατιρικό και τον ενθαρρύνει να συνεχίσει την σταδιοδρομία του με τα πιο επαινετικά σχόλια.

Αλλά ο μεγάλος μας σατιρικός δεν τα πάει καλά με τις νομικές επιστήμες.

Μέσα του τον κατατρύχει η ακατανίκητη επιθυμία να επιστρέψει στο Νησί του και να ασχοληθεί με τη σάτιρα.

Το 1892 είναι ήδη στο Αργοστόλι της Κεφαλονιάς εγκατεστημένος και εκδίδει κιόλας τη νέα του εφημερίδα, που την ονομάζει «Ζιζάνιο».

Ζωγραφίζοντας με σατιρική γλαφυρότητα την επιθυμία του πατέρα του

να τον κάμει δικηγόρο και την απόφασή του να εγκαταλείψει τις σπουδές του ,προκειμένου να επιδοθεί απερίσπαστος στην έκδοση της εφημερίδας του, γράφει τους παρακάτω στίχους:

 

«..Κι αν ο πατήρ την Θέμιδα λατρεύων  παραφόρως

στα Νομικά με ενέγραψε να γίνω δικηγόρος

Εγώ τα δικαστήρια τά στειλα στην κατάρα

και τα βιβλία πούλησα και πήρα μια κιθάρα.»

 

Η έκδοση του Ζιζάνιου χαιρετίζεται από όλους τους Κεφαλονίτες, αλλά και από όσους ζουν μακριά στις Κεφαλονίτικες παροικίες του εξωτερικού.

Πολιτικά τοποθετημένος με το Βενιζέλο ο Μολφέτας συγκεντρώνει γύρω του ένα λαμπρό επιτελείο άξιων συνεργατών , όπως το Δ. Σάρλο δικηγόρο,

σατιρικό αλλά και λυρικό ποιητή που έγραφε με το ψευδώνυμο «Φάουστ»

τον Παναγή Γεωργόπουλο η Πακιόλο, που έγραφε με το ψευδώνυμο «Χωριάτης»  μεγάλο σατιρικό ποιητή * όπως χαρακτηρίζεται από τους κριτικούς της εποχής ,αλλά και από τους μεταγενέστερους.

Ακόμα σημαντικός συνεργάτης του Ζιζάνιου υπήρξε ο Διονύσης Ιγγλέσης

 η Φάλσταφ ,αλλά και ο  περίφημος Ρόκος Ξυδάκτυλος επίσης Ληξουριώτης και αυτός.

Ο Δ, Σάρλος η Φάουστ  έβγαζε  τις σατιρικές εφημερίδες το «Ξίφος» και το «Σάτυρο»

Σε κάποια εποχή που οι σχέσεις του με το Μολφέτα είχαν διαταραχθεί και η συνεργασία τους είχε διακοπεί ο Σάρλος έβγαλε μια  νέα εφημερίδα, για να κάμει αντίπραξη στο Μολφέτα, το «Νέο Ζιζάνιο».

Τότε ο Μολφέτας γράφει στο Ζιζάνιό του τους εξής αμίμητους στίχους που άφησαν εποχή:

 

” Επειδή κι άλλοι μας πουλούν Ζιζάνια  περφέτα

εσείς να τα προσέχετε να είναι του Μολφέτα».

 

Αλλά ας δούμε εδώ ένα δείγμα γραφής του συνεργάτη του Μολφέτα Δ. Σάρλου: Επιγράφεται « Οι πουλακίδες» και είναι ανθολογημένο*.

Είναι γραμμένο σε τροχαίο δεκατρισύλλαβο και έχει ως εξής:

 

Καπητανοκόκορος  μες σε καταιγίδες

εγλυκοσυντρόφευε έξη πουλακίδες

με κοκόρου φρόνηση με κοκόρου γνώση

τσέφερε στα κούλουμα να τις κουλουμώσει

 

Όλες αρχινήσανε και εκακαρίζανε

του χωριού τις χάρες γύρω εσκορπίζανε

έδειχναν τα κάλλη τους .. τόμορφο εγώ τους

και σφικτολαλούσανε πούχανε τ αυγό τους.

 

Πουλακίδες ζωηρές  με χαρές και γέλια

ανακατωθήκανε μ άλλα κοκορέλια

και πριν η ο κόκορας να τις περιμάσει

το αυγό το κάμανε όλες τους στη Λάσση.

 

Φαίνεται όμως πως ο Δ. Σάρλος  με την έκδοση του «Νέου Ζιζάνιου»

δεν τα πήγαινε καλά.

Όχι μόνο τα οικονομικά της εφημερίδας, αλλά και το γεγονός ότι οι στίχοι του δεν είχαν καμιά σχέση με τους στίχους του Μολφέτα ,τον οδήγησαν ύστερα από μικρό χρονικό διάστημα στο κλείσιμο της εφημερίδας του.

 

Ο Συνεργάτης του Μολφέτα Διονύσης Ιγγλέσηςη «Φάλσταφ» όπως συνήθιζε να αποκαλείταi  γεννήθηκε στο Αργοστόλι στα1859 .

Μιλούσε τρεις γλώσσες άριστα Αγγλικά, Γαλλικά καιΙταλικά.

Όπως μας λέει ο Κώστας Βαλέτας*,ο Ιγγλέσης μαζί με τον συμπατριώτη του Άγγελο Μακρή αποτελούσαν το επίκεντρο της πνευματικής και καλλιτεχνικής ζωής της Πάτρας, όπου ο Δ. Ιγγλέσης υπηρετούσε σαν επιθεωρητής των τηλεγραφείων.

Οργανώνει μαζί με τον Δ. Μακρή –μεταφραστή του Καρτούτσι και του Οράτιου-καλλιτεχνικές και φιλολογικές βραδιές .

Δημοσιεύει συχνά τα ποιήματά του στο Νεολόγο Πατρών και σε άλλες εφημερίδες .

Παραθέτω εδώ ένα δείγμα γραφής του Δ, Ιγγλέση ,που κατά τα άλλα φαίνεται να χειρίζεται το σατιρικό στίχο με εξαιρετική μαεστρία και ύφος ανάλαφρο και χαριτωμένο. Είναι το ποίημα: «Ερωτικό» γραμμένο σε ιαμβικό ενδεκασύλλαβο και έχει ως εξής:

 

EΡΩΤΙΚΟ

 

Έχεις στο μάγουλό σου δυο ελούλες

σιμά στα χείλη μία που μαγεύει

Εις το λαιμό σου κι άλλες με τριχούλες

λιοστάσι, που καθένας λιχουδεύει

 

Σου ζήτησα τα χείλη να φιλήσω

και μούπες πως ναφήσω τσ’ αλαλιές

για θα κολαστώ και θ ‘ αμαρτήσω

……………………………………………..

Μα τη σαρακοστή δεν τρών ελιές?

 

Μεταξύ των ωραίων επιγραμματικών σατυρικών ποιημάτων του συγκαταλέγεται και το πιο κάτω θαυμάσιο τετράστιχο που απάγγειλε σε κάποια πρωτοχρονιάτικη εκδήλωση στην Πάτρα.

 

«Της έλεγα για σένα θα χαθώ

Λυπήσου τη ζωούλα μου την άχαρη

Πες μου ένα λόγο σου γλυκό ν’ αναστηθώ

και εκείνη η παλαβή  μου λέει ..Ζάχαρη..»

 

Ο Ληξουριώτης  συνεργάτης του Μολφέτα  Ρόκος  Ξυδάκτυλος

δημοσίευσε πάμπολλα  ποιήματά του ,ως επί το πλείστον σατιρικά  στο Ζιζάνιο του Μολφέτα και υπήρξε πέραν των άλλων καλλιτέχνης αγιογράφος και κοσμηματογράφος. Επίσης υπήρξε  άριστος ψάλτης και καλαμπουριτζής, περίφημος στις παρέες του και στα γλέντια του .

Γράφει με το ψευδώνυμο «Ληξουριώτης»και πιο κάτω παραθέτουμε δείγμα γραφής του, ένα τετράστιχο από το σατιρικό του ποίημα «ΤοΛηξούρι»*

που είναι γραμμένο σε ιαμβικό δεκαπεντασύλλαβο.

 

…………………………………………………………..

« Όποιος θέλει να περάσει πασαλίτικη ζωή

  πρέπει νάρθει στο Ληξούρι  να ξυπνάει το πρωί

   και να καρτερεί το βράδυ το σκοτάδι ν’ απλωθεί

   για να ματακοιμηθεί.»

 

Αλλά πολύ όμορφη είναι και η Ληξουριώτικη κατάρα του ,που είναι γραμμένη σε εναλλασσόμενο οκτασύλλαβο ίαμβικό  στίχο και επτασύλλαβο.  Παραθέτουμε ολόκληρο το ποίημά του που δημοσιεύτηκε στο Ζιζάνιο αρθμ;569 στις 20-02-1910

 

ΚΑΤΑΡΑ ΛΗΞΟΥΡΙΩΤΙΚΗ

 

Όσα φιλιά μωχάρισες

 Μικρή μου αν τα θυμάσαι

ασφαλαχτοί να γίνουνε

κι απάνου να κοιμάσαι

          

Όσα τραγούδια σώψαλλα

κορέοι να γενούνε

να βόσκουν όλοι απάνω σου

γλυκά να σε ξυπνούνε

 

Κι όσα τακούνια χάλασα

στα τόσα σύρε κι έλα

τόσοι διασόνοι  νάβγουνε

στα μούτρα σου τσουρδέλλα

 

Κι αν ζουρλαθεί καμιά φορά

κανένας και σε πάρει

νάναι στα νύχια σαντεκλέρ

και να φορεί σαμάρι

                      ΡΟΚΟΣ

 

Ο Τζώρτζης Δελαπόρτας* Ληξουριώτης κι αυτός  καταχωρεί κατά καιρούς στο Ζιζάνιο τα σατιρικά του στιχουργήματα .Πολύπλευρο ταλέντο  και αυτός πέραν των άλλων είναι και θαυμάσιος τραγουδιστής ,κανταδώρος  και δάσκαλος τραγουδιού.

 

Ο Συνεργάτης  του Μολφέτα  σατιρικός ποιητής Παναγής Γεωργόπουλος  -Πακιόλος γεννημένος στα Μουσάτα της Κεφαλονιάς το 1872 είναι ακριβώς  όπως λέει και ο Ανδρέας Καλογηράς*στη Σάτιρα της Κεφαλονιάς

ποιητής εκ γενετής ,ποιητής εκ φύσεως γιατί καθώς λένε οι Λατίνοι poetae

nascuntur  non fiunt(Ο ποιητής γεννιέται δεν γίνεται)

Όπως λέει ο Κώστας Βαλέτας * τεχνοκριτικός και ανθολόγος « Ο Παναγής  Γεωργόπουλος η Πακιόλος είναι μεγάλος σατιρικός ποιητής.

 Έχει γνήσιο και πηγαίο ταλέντο.Ο  Α Καλογηράς καταχωρεί στο βιβλίο του «Η Σάτυρα στην Κεφαλονιά»  το υπέροχο  ποίημα του Γεωργόπουλου « Η βάσανος του Ταντάλου» Παρομοιάζει τον ανικανοποίητο  πόθο των λαών για την  Ειρήνη  με το μαρτύριο του Ταντάλου.

Οι λαοί διψούν για Ειρήνη ,αλλά δεν μπορούν να πιουν και να ξεδιψάσουν.»

Ανάμεσα στις άλλες του ασχολίες μια και ήταν κτηματίας, έγραφε τα ποιήματά του ως επί το πλείστον σατιρικά δημοσιεύοντάς τα κατά καιρούς

σε τοπικά φύλλα ,στην Ελιά, στην Ιόνιο Ηχώ, στο Νεολόγο Πατρών , στο Τε λώνιο του Σάρλου και στο Σάτυρο. Ακόμα δημοσιεύτηκαν ποιήματά του στον Κύρηκα της νέας Υόρκης αλλά και στον Κύρηκα των Παρισίων  όπως

εκείνο για τη Μικρασιατική τραγωδία «Ο Επικατάρατος»

Με το ψευδώνυμο «Χωριάτης»  έγινε συνεργάτης στο Ζιζάνιο του Μολφέτα

από το 1904 ως το 1916 , που ο ιδρυτής του Ζιζανίου  χάθηκε τόσο πρόωρα και το Ζιζάνιο έπαψε να εκδίδεται.

 

Επί δώδεκα συναπτά έτη έστελνε κάθε εβδομάδα τα ποιήματά του  στο Ζιζάνιο και είχε μαζί του τακτική συνεργασία με προσωπικές και κοινωνικές σάτιρες,  που προκαλούσαν το δίκαιο θαυμασμό των αναγνωστών όχι μόνο στο στενό κύκλο της Κεφαλονιάς, αλλά σε όλες τις παροικίες των Κεφαλονιτών,  από την Αίγυπτο ,την Κωνσταντινούπολη ,τη Βραίλα ,την Νέα Υόρκη ως το μακρινό Τορόντο  και το Σύνδνευ της Αυστραλίας.

Όπου την εποχή εκείνη ζούσε και άκμαζε η Ελληνική ομογένεια το Ζιζάνιο του Μολφέτα γινόταν ανάρπαστο.

Η Σάτιρα του Χωριάτη  αυθόρμητη και με λεπτό χιούμορ ,πολιτισμένη  και εκλεπτυσμένη  παραμένει παρά την πάροδο τόσων χρόνων διαχρονική σε πολλά ποιήματά του με κοινωνικό και πολιτικό χαρακτήρα.

Το ποίημά του ΕΙΡΗΝΗη η Βάσανος του Ταντάλου, που αναφέρουμε πιο πάνω προκάλεσε την προσοχή του τότε χρονογράφου του Βήματος Αθηνών Κώστα Αθάνατου ο οποίος στη στήλη του της εποχής εκείνης ,διαβάζοντας το ποίημα του Χωριάτη στο βιβλίο του Α. Καλογερά, που μόλις είχε εκδοθεί «Η Σάτυρα στην Κεφαλονιά»έγραψε μεταξύ άλλων για τον Χωριάτη:

« ..και όμως ο άνθρωπος που δένει αυτά τα διαμάντια είναι ένας απλός γεωργός κτηματίας που γράφει με το ψευδώνυμο «Χωριάτης»

 

 Παραθέτω πιο κάτω το ποίημα αυτό, που είναι γραμμένο σε έναν λιτό και δωρικό πεντασύλλαβο ανάπαιστο και έχει ανθολογηθεί από τον Ανδρέα Καλογηρά στο βιβλίο του –δοκίμιο-«ΗΣάτυρα στην Κεφαλονιά»

 

Ιδού πως σχολιάζει ο Καλογηράς το ποίημα αυτό:*

 

 « ο ποιητής έχοντας από την εποχή του Ευρωπαικού πολέμου την προαίσθηση  και την ιδέα  ότι ποτέ δεν θα γίνει  μια πραγματική Ειρήνη

στον κόσμο  και εμπνευσθείς από το μύθο του Ταντάλου  που καταδικάστηκε  από τους θεούς ,ενώ ήταν χωμένος μέχρι το λαιμό στο νερό, να μην μπορεί να βρέξει τη γλώσσα του, έγραψε το εξής ποίημα:»

 

Η Βάσανος του Ταντάλου

       

            ΕΙΡΗΝΗ

 

Έμορφη λίμνη

άκρα γαλήνη

μπρός μου θωρώ

Και διψασμένος 

τρέχω ο καυμένος

να πιώ νερό

 

Μα μόλις φίλοι μου

σκύφτω τα χείλη μου

για να δροσίσω

φεύγει το κύμα της

προς τα οπίσω

 

Πηδώ και χώνομαι

στα γάργαρά της

μες τα κρυστάλλινα

γλυκά νερά της

Κι ενώ τη δίψα μου

θέλω να σβήσω

φεύγει το κύμα της

προς τα οπίσω

 

Με λύπη αφάνταστη

 τότε κοιτάω

το ρευστό μάρμαρο

και το ρωτάω

-Πως  φεύγεις  λίμνη μου

έτσι από μένα

και από τα χείλη μου

τα φλογισμένα?

 

Και μούπε εκείνη

-Με λεν Ειρήνη

 

Η Σατιρική Ανθολογία των Ελλήνων Λογοτεχνών ανθολογεί δύο του ποιήματα στις σελίδες της, το «Άλλα λογαριάζει ο Γάιδαρος και άλλα ο Γαιδουρίάρης» και το «Η Υποψηφιότης μου»

Πιο  κάτω παραθέτω το πρώτο εξ αυτών.

Βασίζεται πάνω στη γνώστή παροιμία  που δηλώνει και ο τίτλος του.

Είναι ποίημα διαχρονικό χωρίς να χάνει δηλαδή την αξία του με το πέρασμα των χρόνων.

Είναι γραμμένο σε ιαμβικό δεκαπεντασύλλαβο ,μέτρο που συνήθιζε ο ποιητής.

« Άλλα λογαριάζει ο Γάιδαρος

 κι άλλα ο Γαιδουριάρης»

                         (Παροιμία)

Ο Γάιδαρος επήαινε με τ’ άλεσμα στο μύλο

κι ο αφέντης του τον κένταε οπίσωθε με ξύλο

         Αργοκουνώντας την ορά

           έκανε σκέψη πονηρά

         κι έλεγε με το νου του

(επικροτών τας σκέψεις του διά του… πισινού του)

 

-Θα φτιάσω στον αφέντη μου  δουλειά πολύ μεγάλη

Στο μύλο μόλις φτάσουμε  και τ’ άλεσμα μου βγάλει

ως που αυτός το γέννημα στη σκάφη να το αδειάσει

             Εγώ χαζίρι εν ταυτώ

            απ όξου θε να πεταχτώ

             να μη με ξαναπιάσει

Να τονε κάμω ύστερα στην πλάτη του να πάρει

όχι μονάχα τ’ άλεσμα αλλά και το σαμάρι

 

Μα αγανακτών ο αφέντης του  για την αναίδειά του

και διεισδύων οπωσούν  μέσα στα σχέδιά του

               Εξ αντιθέτου πάλι

               έκανε σκέψη άλλη

 

Φτάνουν στο μύλο Άνοιξε ο Μυλωνάς την πόρτα

Ο Γάιδαρος κρατεί τ’ αυτιά ακίνητα κι ολόρτα

                έ φτασε η κρίσιμη στιγμή

                Πλην φευ! Παν’ οι λογαριασμοί

                Κι η σκέψις του η τόση

Τον έδεσε ο Αφέντης του προτού τον ξεφορτώσει!

                                               ΧΩΡΙΑΤΗΣ

Με τέτοιους λοιπόν λαμπρούς συνεργάτες  ο Γεώργιος Μολφέτας  κρατά σε εγρήγορση όχι μόνο τη μικρή κοινωνία του Αργοστολιού ,με την οποία ως επί το πλείστον ασχολείται, αλλά  και με τη διασκορπισμένη  στα πλάτη του ορίζοντα Κεφαλονίτικη παροικία ,που περιμένει με λαχτάρα κάθε φορά να πάρει  στα χέρια της  και να διαβάσει το Ζιζάνιο .

Έτσι ξεχνώντας  τις πίκρες και τα φαρμάκια της ξενητειάς στο σκληρό μετερίζι της βιοπάλης η παγκόσμια αυτή παροικία γελάει με την καρδιά της

με την ανεπανάληπτη αυτή Σάτιρα ,που ξεπηδά μέσα από τις στήλες του της εφημερίδας.

Ο Μολφέτας ταξιδεύει συχνά ζεύοντας τις συνδρομές του για το ζιζάνιο

αλλά και γνωρίζοντας τους διασκορπισμένους του πατριώτες .

Αυτοί όχι μόνον τον προσκαλούν για να τους αφηγηθεί τα νέα της πατρίδας

με την απαράμιλλη γοητεία που τον διέκρινε στην αφήγηση ,αλλά και να ακούσουν και να γευτούν με ιδιαίτερη συγκίνηση την μελωδία της κιθάρας του.

Έτσι ταξιδεύει σε Ρουμανία ,Ρουσία ,Κων/λη και πάντα πίσω του αφήνει να διευθύνουν το ζιζάνιο , (για να μήν διακοπεί η έκδοσή του) οι διό του ξεχωριστοί συνεργάτες ο Δ. Σάρλος κατά καιρούς και κάποτε που ο Μολφέτας δεν είχε καλές σχέσεις μαζί του,ο Παναγής Γεωργόπουλος η Χωριάτης.

Γυρίζοντας από τα ταξίδια αυτά μεταφέρει και σημαντικές ενισχύσεις για

την επιχορήγηση του ζιζάνιου, που χρειάζεται σημαντικές οικονομικές ενισχύσεις για να σταθεί στα πόδια του.

Μεταξύ των άλλων ο Ελευθέριος Βενιζέλος αγοράζει διακόσια φύλλα σε κάθε του έκδοση και προσκαλεί  τον εκδότη του να εγκατασταθεί στην Αθήνα και να συνεχίσει από εκεί την έκδοση του Ζιζάνιου.

 

Η Αθήνα της εποχής εκείνης γνωρίζει μια πρωτοφανή σατιρική άνθηση.

Επί κεφαλής πάντα βρίσκεται ο διάσημος Γεώργιος Σουρής ,που εκδίδει

τον «Ρωμιό» και που κατακεραυνώνει τους πολιτικάντηδες της εποχής σκορπώντας τους μύδρους του πανταχόθεν.

Εκδίδεται το «Φως» του Καρύδη και ο «Ραμπαγάς» του Κλεάνθη Τριανταφυλόπουλου και Βλάση Γαβριηλίδη.

Εκδίδεται επίσης ο «Ασμοδαίος» του Ροίδη και του συμπατριώτη μας

Θέμου Άννινου, το «Σκρίπ» του Κουσουλάκου και ένα σωρό άλλα

σατιρικά φύλλα ων ουκ έστι αριθμός.

 

Στα διπλανά νησιά όπως στη Ζάκυνθο η σάτιρα καλλιεργείται με πάθος

και ζήλο από σατιρικούς ποιητές που θα αφήσουν εποχή ,όπως ο Μ. Καντούνης , ο Γιάννης Κολώνιας Ζαβιτσιάνος ,ο Ν. Κουτούζης και άλλοι.

Ο τελευταίος υπήρξε ιερέας και ζωγράφος και υπήρξε σύγχρονος του Σολωμού.

Όλοι αυτοί εκδίδουν σατιρικά φύλλα όπως τον «Κουτούζη» , το «Σατανά»,την «Αναγελάστρα»,το «Γουζέλη», το «Σκύλο». κι ένα σωρό άλλα.

Πάνω από όλους αυτούς όμως αν εξαιρέσουμε το Σουρή βρίσκεται ο Γεώργιος Μολφέτας.

Ακούστε πως σκιαγραφεί το ποτραίτο του ο Κώστας Βαλέτας:

« Ο Μολφέτας είναι μονάδα αυτόνομη της Κεφαλονίτικης Σάτιρας.

Δεν στιχοπλοκεί . Είναι ποιητής προσεκτικός ,με μέτρο και ρυθμό .Δεν είναι πρόχειρος ,έχει γλώσσα που καταφέρνει να συνταιριάζει ετερόκλιτα στοιχεία –όπως ο Σουρής- δημοτικά ,καθαρευουσιάνικα, κεφαλονίτικη ντοπιολαλιά και πολλές ξένες λέξεις»

 

Με τον τρόπο του και την απαλή γεμάτη με λυρική διάθεση σάτιρα ανάγκασε τον Βλάση Γαβριηλίδη να γράψει τα εξής στην εφημερίδα του:

« Άνοιξε μια νέα εποχή στη Σάτιρα. Φέρει την ανεξίτηλη σφραγίδα «Σχολή Γεωργίου Μολφέτα».

΄Οταν το 1897 ύστερα από την ήττα και την ατιμωτική ταπείνωση της χώρας μας με την επιβολή του διεθνούς οικονομικού Ελέγχου «ΔΟΕ» 

αναγκάσθηκαν να ξενητευτούν  πεντακόσιες χιλιάδες Έλληνες ,για να επιβιώσουνε ο Μολφέτας γράφει στο Ζιζάνιό του:

 

             Εκπατρισμός απαίσιος τον τόπο φοβερίζει

             καθένας φεύγει άναυλα και δεν ξαναγυρίζει

             Έτσι τα καταφέρανε αυτοί που κυβερνάνε

             αγγεληδόν  να φεύγουνε τα πλήθη που πεινάνε.

 

Αλλά και οι άνθρωποι που μένουνε πίσω ασχολούμενοι με τη Γεωργία κυρίως δεν μπορούν να δουν μια άσπρη μέρα.

Τα γεωργικά προιόντα γίνονται αντικείμενο κερδοσκοπίας και οι μόνοι που οφελούνται είναι οι μεσάζοντες  όπως συμβαίνει και στις μέρες μας.

Ο Μολφέτας υποβάλλει το αιώνιο και διαχρονικό ερώτημα:

 

               Μάντεψε  γιατί που τώρα

                το χρυσάφι κατεβαίνει

                Κι είναι πάμφθηνα τα στάρια

                το ψωμί δεν αφτηναίνει

                Μάντεψε  γιατί να είναι

                τόση φτώχεια φοβερή

                Σ’ έναν τόπο που υπάρχουν

                 μουχλιασμένοι θησαυροί

 

Αλλά εκεί που αληθινά φαίνεται  πόσο μεγάλη είναι η τέχνη του και πόσο  η Σάτιρά του είναι ασυναγώνιστη ,είναι όταν επ ευκαιρία μιας εκβάθυνσης που γινότουνε στο λιμάνι  του Αργοστολιού,στο Ζιζάνιο φ.233 από 07-ο9-1902 γράφει την παρακάτω σάτιρα την οποία και αφιερώνει στη φαγάνα του λιμανιού.

 

               Δεν θωρείς πως η φαγάνα

               ειν’ του Έθνους μας η γάνα

               ο δε θόρυβος εκείνος

               του ατμού και των τροχών

               δεν σου παριστά τη δράση

                των Ελληνικών αρχών?

 

                Κι’ οι μασέλες  της φαγάνας

                που γυρνούν κανονικώς

                κι έχουν όλες νταραβέρια

                 με τους βούρκους διαρκώς

                όπως είναι στην αράδα

                δεν σου φαίνονται κι ‘ αυταί

                ως εν απαρτία ώρα

                ενεργούντες βουλευταί?

 

 Είναι όμως τώρα καιρός να τον παρακολουθήσουμε όταν παίρνει τη την σκληρή απόφαση  να εγκαταλείψει την Κεφαλονιά  παίρνοντας  μαζί του και το Ζιζάνιο , με σκοπό να το εκδίδει στην Αθήνα.

Αναγγέλει λοιπόν την εγκατάσταση του εκεί στα 1916 ,μέσα από τις στήλες

του πρώτου του φύλλου γράφοντας :

 

             Δηλαδή και μ’ άλλους λόγους

             θαν’ η Μούσα μου τρελή

              όπως είναι απάνω κάτω

              κι’ η σημερινή Βουλή

              Το Ζιζάνιο προσέτι

             θάχει την παραξενιά

             πότε νάναι στην Αθήνα

             πότε στην Κεφαλονιά

             Κι’ αν μετέφερε την έδρα

             κι’ αν ενταύθα κατοικεί

            την ορά του θάχει εκεί.

 

Στο Ζιζάνιο υπ αρθμ 879 της 18ης Φεβρουαρίου 1916 γράφει:

 

            Τόσα χρόνια το καυμένο

            το Ζιζάνιο κρυμμένο

            μέσα στην Κεφαλονιά

 

              Δεν μπορούσε πια να ζήσει

               κι’ ήρθε εδώ για να γνωρίσει

               άλλο κόσμο και ντουνιά

               κι’ αν ταχέως κατορθώσει

               με τον Σεγκ* να γνωριστεί

               ουδεμία γνωριμία

                θα του ξαναχρειαστεί

               Πρόσφυγα σ’αυτά τα μέρη

               του πολέμου μ’ έχουν φέρει

               οι ανάποδοι καιροί.

 

Για να μην νομίσουνε όμως οι Αθηναίοι ότι ο Μολφέτας

έρχεται να ανταγωνισθεί το Σουρή ,σπεύδει να διορθώσει εμμέτρως κάθε τους αμφιβολία.

            

                Μη νομίσετε πως ήρτα

                μές’ τη χώρα τη μεγάλη

                με τη βίδα στο κεφάλι

               Να βαρτώ με το Σουρή

               Ο Σουρής του στίχου πάντα

               τα πρωτεία θα κρατεί

                κι’ άλλο χέρι δεν το φτάνει

               το πολύτιμο στεφάνι

                του μεγάλου ποιητή.

 

Ο Μολφέτας  όμως  δυστυχώς τόσο για την Ποίηση όσο και για την Κεφαλονιά στάθηκε άτυχος.

Πάνω στην ακμή της δημιουργίας του ,σε ηλικία μόλις  45 ετών  φεύγει απ’ τη ζωή.

Ήταν ακριβώς η εποχή που το Ζιζάνιο είχε αρχίσει μια νέα εξόρμηση με τη θριαμβευτική υποδοχή , που του επεφύλαξαν στην Αθήνα οι αναγνώστες του.

Έτσι στις 2 Ιουλίου του 1916 το Ζιζάνιο μένει ορφανό. Η μεγάλη αυτή μορφή ,που ως τότε με απαράμιλλη  τέχνη καυτηρίαζε και διακωμωδούσε

τα στραβά και τα ανάποδα της εποχής σιώπησε για πάντα.

 

Πολλές προσπάθειες έγιναν από τοπικά έντυπα ,να πάρουνε τη θέση του ανεπανάληπτου Ζιζάνιου ,αλλά χωρίς αποτέλεσμα.

Ο Σατιρικός ποιητής και συνεργάτης του Μολφέτα στο Ζιζάνιο Παναγής Γεωργόπουλος η Χωριάτης ,με το εξαίσιο λυρικό του ποίημα δίνει  όλο το νόημα  του δυσαναπλήρωτου κενού ,που άφησε πίσω του ο θάνατος  του μεγάλου ποιητή.

            Στου αηδονιού τον τόπο

            προβάλλανε δειλοί

           Σπουργίτες  χελιδόνια

            μικροί κορυδαλλοί

            Κι’ άλλα πολλά του τόπου

            διάφορα πουλιά

            Και όλα προσπαθούνε

           το πως θα μιμηθούνε

           Εκείνου τη λαλιά.

           Αλλ’ η φωνή του σπίνου

           και του χελιδονιού

          μ’ όσες στροφές κι’ αν κάνει

          ποτέ-ποτέ δεν φθάνει

           το ύψος τ’αηδονιού.

    

Τέλος θα ήταν παράλειψη να μην μνημονεύσουμε  εδώ και τους νεώτερους

σατυρικούς ποιητές και όχι μόνο,όπως το Μίμη Σκούρη που έγραφε με το ψευδώνυμο «ΤΣΕΦΑΛΟΝ» ,το Χρήστο Βουνά ,τον Ιωάννη Ρουχωτά ,το Χρήστο Αθανασύλη, το Μεμάγγελο Αλυβιζάτο και το Διονύση Γεωργόπουλο η Καραμάνο της Νέας Υόρκης  και τον Τζανέτο Λοβέρδο .

Καθένας τους με τη δική του σφραγίδα ,το δικό του χιούμορ  πρόσθεσαν από ένα  μικρό λιθαράκι ,για να κτιστεί αυτό το λαμπρό οικοδόμημα της Κεφαλονίτικης Σάτιρας, που θαυμάζουμε σήμερα σ’ έναν κόσμο που παραπαίει .

Κλείνω το παρόν πόνημα επικαλούμενος το αθάνατο πνεύμα της σάτιρας   μέσα από το τετράστιχο του φωτισμένου σατιρικού μας Μικέλη ΄Αβλιχου.

 

           Κι’ άμποτες απ’ αυτό να φωτισθεί

           το χώμα αυτού του τόπου του καμμένου

           και νάναι κι’ οι βουλές του πεπρωμένου

           ξανά με νέες δάφνες να στολιστεί.

                                     Κ. Π. Γεωργόπουλος –Πακιόλος  Μάρτης 2001

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

*

You may use these HTML tags and attributes: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>